(Είναι πράγματι απίστευτο αλλά όταν γράφτηκε το παρακάτω κείμενο ο Τσιτσιπάς ήταν ένα πιτσιρίκι του δημοτικού!!!)

Τον τελευταίο καιρό πιάνω τον εαυτό μου να ονειρεύεται ξύπνιος! Να παραμιλάει, να νευριάζει, να θυμώνει με κατά φαντασία εχθρούς. Να αντιμιλάει σε αόρατους συνομιλητές, να βάζει στη θέση τους αγενείς τύπους, να απαντάει σε αναιδείς εξυπνάκηδες, να αποστομώνει θρασέα υποκείμενα, να περιλαβαίνει ενοχλητικές παρουσίες. Συνήθως μπροστά σ’ έναν καθρέφτη, άλλοτε πάλι κουνώντας απειλητικά τα χέρια μου στο άδειο δωμάτιο, εκτοξεύοντας ύβρεις και απαντώντας με ιδιαιτέρως σκληρό τρόπο σε όσους κατάπια την απάντησή μου στην απτή πραγματικότητα.

Συνήθως παρασέρνομαι σε δυο όνειρα. Εντελώς αντιφατικά μεταξύ τους. Η μέρα και η νύχτα. Το φως και το σκοτάδι. Ο θρίαμβος και η απόγνωση. Η απόλυτη καταξίωση και ο ορισμός της αναξιοπρέπειας στα όρια της αυτοχειρίας.

Στην πρώτη φαντασίωση βρίσκομαι στο Παρίσι. Φοράω αθλητική περιβολή. Κοντομάνικο μπλουζάκι lacoste και σορτσάκι με τεράστιες τσέπες. Πατάω στο χώμα. Αλλά έχει χρώμα… ροζ από το τριμμένο τούβλο που έχουν απλώσει. Δεν μπορώ να δω καλά-οι προβολείς με τυφλώνουν. Κρατάω μια ρακέτα του τένις και απέναντί μου στέκεται-στην άλλη πλευρά του φιλέ-το… είδωλό μου, ένας σχεδόν ίδια ντυμένος. Ενα βουητό φτάνει στ’ αυτιά μου. Κοιτάζω γύρω μου: το μισό (τουλάχιστον) γήπεδο έχει βαφτεί στα γαλανόλευκα. Και το πλήθος ενθουσιάζεται. Στους επισήμους μια αιθέρια ύπαρξη δεν ξεκολλάει τα μάτια της από πάνω μου. Δεν μοιάζει με καμιά που γνωρίζω. Κρατάω το κίτρινο χνουδωτό μπαλάκι με το δεξί και πιάνω σερβίς με το αριστερό. Τώρα ο κόσμος παραληρεί, φωνάζοντας ρυθμικά: «Ρένος, Ρένος, Ρένος…». Ο (άγνωστος) αλλοδαπός αντίπαλός μου μού επιστρέφει το μπαλάκι ψηλά κι εγώ με ένα καλοζυγισμένο overhead smash στέλνω την κίτρινη βολίδα στη γωνία-το χτύπημα είναι άπιαστο και ο δεξιόχειρας αντίπαλός μου μπερδεύεται. Για άλλη μια φορά η αριστεροχειρία μου με βγάζει ασπροπρόσωπο. Πλέον οι θεατές έχουν μπει στο γήπεδο, δεν ξέρω πώς βρέθηκα στον αέρα, στέλνω φιλιά παντού συγκινημένος-οι Ελληνες ανταποδίδουν. Κανένας συμπατριώτης τους άλλωστε δεν ξανακέρδισε το… Ρολάν Γκαρός και η επιτυχία αυτή μοιάζει αδύνατο να επαναληφθεί!!!

Τυχεροί όσοι έζησαν από κοντά το τέλος της καριέρας του σημαντικότερου έλληνα τενίστα. Τέλος καριέρας, καινούργια αρχή κάπου αλλού-οι προτάσεις, φυσικά, πέφτουν βροχή…

Βρέχει. Τα γιγαντιαία φώτα έχουν σβήσει προ πολλού. Το ανυπόφορο κρύο με περονιάζει. Τώρα είμαι σ’ ένα μισογκρεμισμένο σπίτι. Ο αέρας μπαίνει από παντού και με μαστιγώνει στο πρόσωπο. Κι αυτό το αίσθημα της πείνας. Ούτε που θυμάμαι από πότε… Για στάσου. Πριν λίγες μέρες μια πονόψυχη κυρία. Με λυπήθηκε. Στα χιλιομπαλωμένα μου παπούτσια μπαίνει χώμα. Αλλά δεν είναι… ροζ. Είναι βρεγμένο και μου σαπίζει τα πόδια. Δίπλα στη θαλπωρή του αναμένου τζακιού οικογένειες μαζεύονται τριγύρω και γιορτάζουν. Τα Χριστούγεννα. Αναπολώ εκείνα των παιδικών μου χρόνων. Ομως οι γονείς μου δεν είναι δίπλα μου να με αγκαλιάσουν, να με χαϊδέψουν, να μου πουν γλυκόλογα. Ολα αυτά που θεωρούμε δεδομένα όταν τους έχουμε. Ούτε η γυναίκα μου είναι μαζί μου. Δεν θυμάμαι πια γιατί. Αλλά τους γονείς μου είμαι αποφασισμένος να τους βρω. Απόψε το βράδυ κιόλας. Που, μάλλον, θα πεθάνω από το τσουχτερό κρύο…

Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Η ιστορία με το διεθνές γαλλικό τουρνουά τένις «Ρολάν Γκαρός» ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Αλλά θα μπορούσε. Κι ένα παλιό βιβλιαράκι στο ράφι με τον πομπώδη τίτλο «Αυτό είναι το τένις» έμεινε να θυμίζει πως κάποτε, 40 χρόνια πριν, μπορούσα να ζήσω το όνειρο.

Η δεύτερη ιστορία δεν συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες. Αλλά πρόκειται για έναν εφιάλτη που δεν έχω ακόμη ξεπεράσει. Πρέπει να έχω ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μου. Α, κι ένα πιάτο ζεστό, αν γίνεται, φαϊ.

Αλήθεια, πώς μεταφέρεσαι από το Παρίσι στη φτωχή συνοικία; Πώς ο ένδοξος πρωταθλητής καταντάει ζητιάνος; Πολύ εύκολα. Πιστέψτε με. Αυτή την όχι και τόσο μακριά διαδρομή σάς διηγούμαι τόσο καιρό. Χρειάζονται τραγικά σφάλματα, λανθασμένες επιλογές, χαμένες ευκαιρίες, μηδαμινή αυτοεκτίμηση και ένα τρομακτικό μονοπάτι που οδηγεί στον γκρεμό. Α, και κάτι παραπάνω από 40 χρόνια…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ