Εχοντας ξεπεράσει τα μισά της δεκαετίας του ’90, οι βεβαιότητές μου ως ένας νέος άνδρας 27 ετών μεγάλωναν αντί να συρρικνωθούν. Ηθελα να γίνω δημοσιογράφος-δεν το κρύβω- και, ει δυνατόν, συγγραφέας και σεναριογράφος, χωρίς ποτέ να αποκλείω την πιθανότητα της υποκριτικής, της σκηνοθεσίας και μιας δικής μου επιχείρησης. Την ώρα που η επαγγελματική μου κατάσταση ήταν ένας πραγματικός αχταρμάς, τα προσωπικά μου θέματα (το άλλο φύλο πάντοτε…) είχαν βαλτώσει, φως στον ορίζοντα δεν υπήρχε και οι μάλλον τακτικές επισκέψεις μου στον παιδοψυχίατρο ήταν περισσότερο για να… καταγγείλω τις συνεχόμενες αποτυχίες μου, οι οποίες πραγματικά βρίσκονταν μόνο στη φαντασία μου. Εκτός αν γνωρίζετε κάποιον άνδρα που διατρανώνει πως δεν έχει φάει χυλόπιτα στη ζωή του (και αν ξέρετε μην τον πιστέψετε). Υστερα από αρκετά χρόνια θα ανακάλυπτα πως εγώ ήμουν αποκλειστικός υπαίτιος αυτής της δυσάρεστης κατάστασης, αγνοώντας τις ευκαιρίες και κάνοντας μονίμως λανθασμένες επιλογές στις κοπέλες που… έβαζα στόχο. Ο παιδοψυχίατρος απλώς με παρηγορούσε για τις τραγικές μου και παραφουσκωμένες διηγήσεις, ενώ μου διέφευγε πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν ειδικός στα παιδιά και στους εφήβους και όχι στους ενήλικες που ανήκα για περίπου οκτώ χρόνια.

Μια σκέψη μόνο έπρεπε να μου περάσει από το μυαλό: Δεν θα υπήρχαν εξαιρετικοί επαγγελματίες στον χώρο που θα βοηθούσαν να κατανοήσω το αληθινό μου πρόβλημα και στις αιτίες που το δημιουργούσαν; Ούτε σαν σκέψη δεν μου πέρναγε από το μυαλό μια τέτοια εκδοχή… Ετσι, αν κάποιος εξαιρούσε τον γνωστό στόχο της απόκτησης του πτυχίου, όλη η υπόλοιπη ζωή μου ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι: Δεν ήταν ξεκάθαροι οι στόχοι, δεν αντιλαμβανόμουν το φταίξιμο της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς μου, επαναλάμβανα συχνά τα ίδια λάθη και όλο αυτό το σκηνικό προοιωνίζονταν μονάχα αποτυχίες και τις δυσάρεστες συνέπειές τους: απογοήτευση, απόγνωση, απελπισία…

Κι ενώ βρισκόμουν πάλι σε αχαρτογράφητα νερά, ήρθε η χαρμόσυνη είδηση πως ο Σπύρος Καρατζαφέρης σκόπευε να επανεκδώσει την ιστορική εφημερίδα «Αθηναϊκή». «Να η ευκαιρία» σκέφτηκα και είναι σημαντικό που σας το αναφέρει ένας άνθρωπος που μονίμως πέταγε τις ευκαιρίες που του δίνονταν εγκλωβισμένος σε έναν ψυχαναγκαστικό εγώ. Επιχείρησα να απευθυνθώ σε γνωστούς και φίλους αλλά η ψυχρολουσία ήρθε όταν επισκέφθηκα τα γραφεία της εφημερίδας στην Πλατεία Θεάτρου και είδα έναν σωρό δόκιμους δημοσιογράφους, την ώρα που οι «πηγές μου» με διαβεβαίωναν ότι το εγχείρημα βρισκόταν στα σπάργανα και δεν υπήρχαν εργαζόμενοι. Η πίκρα μου για το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να περιγραφεί. Ωσπου, τέλος πάντων, βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος (αιωνία του η μνήμη) στην κατάλληλη θέση και την τελευταία μέρα του Μαρτίου του 1997 περνούσα, αδέξιος και αμήχανος, την πόρτα της «Αθηναϊκής», για να ξεκινήσει το γλυκό όνειρο της δημοσιογραφίας. Γνώριζα πως θα ήμουν άμισθος, χωρίς ασφάλεια, δίχως ακόμη το πολυπόθητο πτυχίο αλλά, ναι, αυτή τη φορά ήμουν ευτυχισμένος, κάτι που επισήμανε αμέσως η μητέρα μου, η οποία με είχε παρατηρήσει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μου και σπανίως με έβλεπε χαρούμενο. Το νέο ξεκίνημα χαροποίησε τους γονείς μου, την κοπέλα μου, τους φίλους μου κι εμένα που ένιωθα σαν το σπίτι μου αυτόν τον χώρο. (συνεχίζεται)

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ