Η νέα μου εργασία στην «Αθηναϊκή» ήταν χωρίς αμοιβή αλλά με τεράστιες προοπτικές που απορρέανε από την εμπιστοσύνη των ανωτέρων μου αλλά και το αδιαμφισβήτητο μεράκι που με διακατείχε για τον-δύσκολο οπωσδήποτε-χώρο της δημοσιογραφία. Επρεπε να πλησιάσω τα 28 μου χρόνια (!) για να κατασταλάξω τελικά με τι ήθελα να ασχοληθώ στη ζωή μου!

Από την πρώτη μέρα στο γραφείο δέσαμε με έναν δόκιμο (επίσης) δημοσιογράφο και ήταν αυτή η γνωριμία που μέχρι σήμερα έχω διατηρήσει από ένα παρελθόν με «φίλους» ανάξιους της προσοχής μου. Φυσικά και δεν αντιλαμβανόμουν τι δεν θα μπορούσε να πάει καλά διαθέτοντας όλες τις προδιαγραφές για να ανέλθω στην επαγγελματική κλίμακα στον απαιτητικό αυτόν χώρο. Μάλιστα, αφού δεν είχα πάρει ακόμη το πτυχίο μου, με βοηθούσαν οι προϊστάμενοί μου με ειδικές άδειες για να δίνω συχνό «παρών» στα γραφεία της σχολής μου και στα αμφιθέατρα. Τα κείμενά μου συνεχώς βελτιώνονταν, ο εκδότης με κάλεσε στο γραφείο του και μου δήλωσε πως προτίθετο να μου αναθέσει το «κασέ» της εφημερίδας, δηλαδή τους τίτλους των άρθρων. Ενθουσιάστηκα! Ολα πήγαιναν ρολόι και με τον φίλο μου τον Νικόλα είχαμε δημιουργήσει ένα πετυχημένο δίδυμο ως συνεργάτες-ρεπόρτερ που καλύπταμε το ελεύθερο αλλά και πιο συγκεκριμένα το αστυνομικό ρεπορτάζ. Οι εξορμήσεις μας μπορεί να περιορίζονταν σε λίγα τετράγωνα γύρω από την Πλατεία Θεάτρου και η Ομόνοια να έμοιαζε με το φυσικό σύνορό μας αλλά δεν απογοητευόμασταν-κάθε άλλο. Αλλωστε αυτή η πολυχρωμία στο κέντρο της πρωτεύουσας την άνοιξη σου προσέφερε ένα επιπλέον κίνητρο για να δουλέψεις με ζήλο και να απολαύσεις τα αποτελέσματα της εργασίας σου.

Ο μόνος παράγοντας που δεν είχα προβλέψει ήταν το ψυχαναγκαστικό κομμάτι του εαυτού μου. Αυτό που έβρισκε-και βρίσκει ακόμα-προσκόμματα τα οποία, τις περισσότερες φορές, βρίσκονταν απλώς στη φαντασία μου. Ο αρχισυντάκτης μας, ο Β.Κ., που είχε βιώσει μια τεραστίων διαστάσεων αποτυχία στην καριέρα του που τον σημάδεψε για πάντα δεν ήταν ακριβώς ο χαμογελαστός άνθρωπος που θα σε περιέβαλε με την αγάπη του. Κάποια μέρα ζήτησα να φύγω νωρίτερα γιατί είχα υποχρεώσεις στη σχολή μου κι εκείνος, για πρώτη φορά, μου αρνήθηκε. Εγώ επέμεινα: «Δεν μπορώ να αφήσω το πανεπιστήμιο». «Πρέπει να αποχωρήσω». Η ασήμαντη παρεξήγηση που έτεινε να εξελιχθεί σε καυγά ήταν μια δυσάρεστη όσο και αναπάντεχη εξέλιξη. Παράτησα χαρτιά και μολύβια και αποχώρησα αγανακτισμένος, ενώ άκουγα πίσω μου τις τελευταίες του κουβέντες: «…και να μην ξανάρθεις». Βεβαίως το να είσαι άμισθος υπάλληλος σημαίνει πως κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει και να σε δεσμεύσει σε οποιαδήποτε υποχρέωση. Αλλά το να σου παρουσιάζεται η ευκαιρία να είσαι έστω δίχως χρήματα δημοσιογράφος ήταν η καλύτερη αρχή που θα μπορούσε να σου τύχει.

Δεν έχασα καιρό και απευθύνθηκα στον Σπύρο Καρατζαφέρη: Του ανέφερα τα γεγονότα και υπογράμμισα το γεγονός πως δεν μπορώ να εγκαταλείψω το πανεπιστήμιο. Ο εκδότης της «Αθηναϊκής» έμεινε για λίγο παγωμένος και σκεπτικός. «Οπως παρουσιάζεις τα πράγματα, Ρένο, πρέπει να απολύσω ή τον αρχισυντάκτη ή εσένα. Γι’ αυτό σου προτείνω να κατέβεις στο γραφείο του Β.Κ., να του ζητήσεις συγνώμη και να λήξει εκεί το ζήτημα». Υπάρχουν ορισμένες στιγμές στη ζωή που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη σου γιατί έκριναν εσένα, την προσωπικότητά σου και σφράγισαν το μέλλον σου. Μπαίνοντας μέσα στο ασανσέρ βρέθηκα μπροστά σε ένα απίστευτο δίλημμα: Να πατήσω το «μηδέν» για το ισόγειο ή το «τρία» για το γραφείο του αρχισυντάκτη. Δεν το πολυσκέφθηκα. Αγνόησα τη συμβουλή του εκδότη, κατέβηκα στο ισόγειο και έφυγα κλείνοντας πίσω μου την πόρτα-όχι των γραφείων-αλλά τελικά της δημοσιογραφίας. Ειλικρινά, θα ζητούσα να γυρίσω πίσω στον χρόνο και να ρίξω ένα δυνατό χαστούκι στον εαυτό μου: Η δουλειά, για την οποία φιλήσαμε κατουρημένες ποδιές, έμοιαζε αδιανόητα για κάτι που δεν θα έπαιζε και τόσο ρόλο στη ζωή μου. Βεβαίως είχα απόλυτα άδικο. Κλείνοντας την πόρτα της εφημερίδας ευελπιστούσα πως θα μου δίνονταν και άλλες ευκαιρίες στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον. Μάλλον δεν συνειδητοποίησα ότι εκείνη τη ώρα σφραγιζόταν και επίσημα η αποχώρησή μου από το επάγγελμα. Η μάνα μου βρισκόταν σε διακοπές όταν της το ανακοίνωσα. Χλόμιασε και κόντεψε να πέσει λιπόθυμη. Νομίζω πως καταλάβαινε ότι το… ασανσέρ παρέσυρε εκτός από μένα και τις δυνατότητες λαμπρής καριέρας ως δημοσιογράφου. Θα το εμπέδωνα για τα καλά λίγο αργότερα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ