Η πάλη φέρεται να έλαβε χώρα στο Field of Cloth of Gold, ένα βασιλικό αθλητικό τουρνουά που αποσκοπούσε στην εδραίωση των σχέσεων μεταξύ της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Αν υπάρχει μια εικόνα του Ερρίκου Η’ που ζει στη λαϊκή φαντασία, αυτή είναι ενός εύσωμου ηγεμόνα με φουντωτή κόκκινη γενειάδα, καλυμμένου με γούνες και κοσμήματα και καταβροχθίζοντος ένα πόδι γαλοπούλας βασιλικού μεγέθους. (Αν θυμόμαστε κάτι άλλο γι’ αυτόν, είναι μάλλον ότι είχε έξι συζύγους και διέταξε να κόψουν δύο από τα κεφάλια τους!).

Στην πραγματικότητα, οι βιογράφοι μάς λένε ότι ο Ερρίκος ήταν ένας αξιοσημείωτος αθλητής στην εποχή του 16ου αιώνα, ικανός στην τοξοβολία, στην κονταρομαχία, στο μπόουλινγκ και, κυρίως, στην πάλη. «Στα νιάτα του, ο βασιλιάς ήταν πάντα πρόθυμος για έναν αγώνα πάλης», γράφει η Alison Weir στη βιογραφία της «Henry VIII: The King and His Court» του 2001, “παρόλο που αυτό δεν ήταν, αυστηρά μιλώντας, άθλημα για κυρίους».

Το πάθος του Ερρίκου για την πάλη θα οδηγούσε σε ένα από τα πιο ντροπιαστικά επεισόδια της καριέρας του. Αν, δηλαδή, συνέβη πράγματι- ορισμένοι ιστορικοί έχουν τις αμφιβολίες τους.

Το σκηνικό ήταν ένα τεράστιο αθλητικό τουρνουά τον Ιούνιο του 1520 σε μια τοποθεσία κοντά στο Καλαί, στη σημερινή βόρεια Γαλλία. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως το πεδίο του χρυσού υφάσματος, προς τιμήν του περίτεχνου και ακριβού χώρου που κατασκευάστηκε για την περίσταση. «Υπήρχαν εικονικά κάστρα, προσωρινά παρεκκλήσια, σιντριβάνια που έτρεχαν κρασί, μεγάλα κελάρια γεμάτα κρασί ελεύθερο σαν νερό σε όλους τους επισκέπτες, μεταξωτές σκηνές, χρυσές δαντέλες και φύλλα, επίχρυσα λιοντάρια και τέτοια πράγματα χωρίς τέλος», έγραψε ο Τσαρλς Ντίκενς στο μη μυθοπλαστικό χρονικό του «A Child’s History of England». Υπολογίζεται ότι παρευρέθηκαν 12.000 άτομα.

Ο σκοπός του τουρνουά ήταν να εδραιωθούν οι σχέσεις μεταξύ του Ερρίκου και του γάλλου ομολόγου του, Φραγκίσκου του Πρώτου, να αποφευχθούν περαιτέρω πόλεμοι μεταξύ των δύο εθνών και να συμμαχήσουν εναντίον του Καρόλου Ε’, ενός άλλου ισχυρού ηγεμόνα του οποίου οι τίτλοι περιελάμβαναν τον βασιλιά της Γερμανίας, τον βασιλιά της Ισπανίας και τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Σαίξπηρ, γράφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 1600, θεώρησε τη συνάντηση των δύο βασιλιάδων αρκετά σημαντική ώστε να ανοίξει με αυτήν την πράξη 1, σκηνή 1 του έργου του «Ερρίκος Η’».

Ακολούθησαν μέρες κονταρομαχίας, τοξοβολίας, πάλης και άλλων αθλημάτων, με τους δύο βασιλείς να ντύνονται συχνά και να συμμετέχουν προσωπικά στη μάχη – αν και συνήθως όχι ο ένας εναντίον του άλλου. Γλέντια και ποτά γέμιζαν τις βραδινές ώρες.

Μια μέρα, όπως λέει η ιστορία, ένας ενθουσιώδης και πιθανώς μεθυσμένος Ερρίκος απηύθυνε μια πρόκληση στον Φραγκίσκο, η οποία συχνά αναφέρεται ως εξής: «Αδελφέ, ας παλέψουμε!» Ο Ερρίκος ήταν τότε 28 ετών, ο Φραγκίσκος 25.

Δεν πήγε καλά. Οπως γράφει ο ιστορικός Γκλεν Ρίτσαρντσον στο βιβλίο του «The Field of Cloth of Gold» (2014), «πάλεψαν για λίγο πριν ο Φραγκίσκος ρίξει τον Αγγλο με μια κίνηση που ονομάζεται «tour de Bretayne», ένα είδος γρήγορα εκτελεσμένης ρίψης με το ισχίο… Οι Βρετόνοι θεωρούνταν οι καλύτεροι παλαιστές στη Γαλλία και ο Ερρίκος δεν φαίνεται να είχε εκτιμήσει πόσο καλά ο Φραγκίσκος, ως δούκας τους, είχε κατακτήσει τις ικανότητές τους».

Μόλις σηκώθηκε από το έδαφος, γράφει ο Ρίτσαρντσον, «ο Ερρίκος φαίνεται να ανέκτησε κάπως την αξιοπρέπειά του, αλλά πρέπει να ήταν μια μάλλον αμήχανη στιγμή για έναν άνδρα τόσο σίγουρο για την ανδρική του δύναμη και επιδεξιότητα». Μετά από αυτό, οι δύο βασιλείς λέγεται ότι πήγαν για δείπνο μαζί.

Οι πολιτικές επιπτώσεις

Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν ότι η ιστορία αυτή είναι απόκρυφη, ιδίως επειδή δεν υπάρχουν σύγχρονες αγγλικές αναφορές της. (Ισως κάποιοι Αγγλοι να έγιναν μάρτυρες της ταπείνωσης του βασιλιά τους, αλλά προτίμησαν να κρατήσουν τον λαιμό τους μακριά από τον… τεμαχισμό του). Η κύρια πηγή από την οποία φαίνεται να προέρχονται όλες οι μεταγενέστερες αφηγήσεις ήταν ένα μεταθανάτια δημοσιευμένο κείμενο του Ρομπέρ Γ’ ντε Λα Μαρκ, σενιόρ ντε Φλοράνζ, το όνομα του οποίου προσφέρει κάποια ένδειξη για το πού μπορεί να βρισκόταν η συμπάθειά του.

Το αν ο Ερρίκος Η’ ήταν ευγενικός στην ήττα του ή αν έπαθε… βασιλική κρίση φαίνεται να μην έχει καταγραφεί ούτε από τους Γάλλους, αφήνοντας τους ιστορικούς ελεύθερους να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους. Ο Francis Hackett σε μια βιογραφία του Ερρίκου το 1929 γράφει ότι ο βασιλιάς «έγινε πορφυρός από οργή». Ο διάσημος γάλλος ιστορικός του 19ου αιώνα Jules Michelet προτείνει ότι ο Ερρίκος μπορεί να είχε μνησικακία, ειδικά μετά τον εξευτελισμό του μπροστά στις γυναίκες που ήταν παρούσες. Ο Μισελέ αποκάλεσε τον σύντομο αγώνα πάλης ένα «μικρό, μοιραίο γεγονός που είχε ανυπολόγιστες συνέπειες». Πιο πρόσφατοι ιστορικοί, συμπεριλαμβανομένου του Richardson, αμφισβητούν το κατά πόσον ήταν τελικά τόσο σημαντικό, αν συνέβη καθόλου.

Παρ’ όλα αυτά, μόλις 23 μήνες μετά το τουρνουά, ο Ερρίκος Η’ κήρυξε πόλεμο στη Γαλλία, συμμαχώντας με τη νέμεση του Φραγκίσκου, τον Κάρολο Ε’, και στέλνοντας αγγλικά στρατεύματα στη μάχη.

Οπως ο Ντίκενς συνόψισε ειρωνικά το Πεδίο του Χρυσού Πανιού στην παιδική του ιστορία, «Φυσικά, τίποτα δεν προέκυψε από όλες αυτές τις ωραίες πράξεις παρά μόνο μια γρήγορη αναζωπύρωση του πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, στον οποίο οι δύο βασιλικοί σύντροφοι και αδελφοί στα όπλα λαχταρούσαν πολύ σοβαρά να βλάψουν ο ένας τον άλλον».

Ο Χάκετ το έθεσε με πιο σκληρούς όρους: «Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό των χιλιάδων ενθουσιασμένων θεατών ότι αυτό το υπέροχο θέαμα ήταν το προοίμιο ενός ευρωπαϊκού πολέμου που θα διαρκούσε 38 χρόνια και θα κόστιζε μισό εκατομμύριο άνδρες».