Αυτή η απίστευτη ιστορία που θα σας διηγηθώ ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πριν καθιερωθεί η αναγνώριση κλήσης μπορούσες να παίρνεις από τα αναλογικά τηλέφωνα και να μη γνωρίζει κανείς ποιος είσαι. Από μια αφετηρία που ειλικρινά δεν θυμάμαι ξεκίνησαν τα παράξενα τηλέφωνα στο πατρικό μου σπίτι. Τις περισσότερες φορές δεν ακουγόταν τίποτα, κάποιες άλλες ορισμένοι ψίθυροι, άλλοτε πάλι μια ακατάληπτη μουσική στο βάθος…

Προσπαθούσα να αντιληφθώ τις ώρες που γινόταν αυτό, επιχείρησα να συσχετίσω πράγματα μεταξύ τους, να βρω την άκρη του νήματος. Μια ανατριχίλα με έπιασε όταν κατάλαβα πως ο άνθρωπος που έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο είχε πρόσβαση στη ζωή μου, αφού ήξερε ποιες ώρες ήμουν στο σπίτι. Και πραγματικά, όταν δούλευα πρωί το τηλέφωνο χτυπούσε το απόγευμα και αντίστροφα. Εννοείται πως είχα συνεννοηθεί με τους γονείς μου να καταγράφουν τις «βουβές» στιγμές του τηλεφώνου όταν εγώ απουσίαζα και μαντέψτε: δεν υπήρχαν τέτοιες στιγμές, παρά μόνο όταν γύριζα στο σπίτι. Η πρώτη μου ιδέα ήταν να απευθυνθώ στον ΟΤΕ. Με τα τότε… παλαιολιθικά συστήματα, είχες τη δυνατότητα να πατήσεις τη δίεση ή κάποιο άλλο πλήκτρο και να αποθηκευθεί το τηλεφώνημα. Το εφάρμοσα επί μία εβδομάδα, στο τέλος της οποία είχα απογοητευθεί πλήρως, αφού το… ρημάδι δεν έλεγε να χτυπήσει. Αλλά την τελευταία μέρα άλλαξαν όλα: Σήκωσα το τηλέφωνο και στο «παρακαλώ» δεν πήρα καμιά απάντηση. Λογικά, ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν κλείσει πάτησα το κουμπί-κλειδί λύσης της υπόθεσης. Οταν πήγα να πάρω τα αποτελέσματα έμεινα άφωνος: το τηλέφωνο και η διεύθυνση που μου έδωσαν ήταν στο Ν. Ψυχικό και ανήκαν στην αρραβωνιαστικιά ενός αγαπημένου φίλου που ετοιμαζόταν να παντρευτεί σε λίγο καιρό. Η εν λόγω κοπέλα μού είχε αποκαλύψει-μεταξύ σοβαρού και αστείου-τα αισθήματά της, που όμως βασίζονταν στη βαθιά εκτίμηση και στην καλή διάθεση απέναντι στο πρόσωπό μου. Αυτά πόρρω απείχαν από αισθηματικό ενδιαφέρον που πρόδιδαν τα τηλεφωνήματα από άγνωστο.

Βρέθηκα σε δίλημμα. Να το αποκαλύψω στον φίλο μου και πιθανότατα να χαλάσω τη σχέση του έχοντας όμως τη συνείδησή μου ήσυχη πως τον προειδοποίησα ή να κάνω το… κορόιδο και να μην πω τίποτα απολύτως; Προτίμησα το δεύτερο, ο φίλος μου εν τέλει ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου, απέκτησαν παιδί και τελικά… χώρισαν.

Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας, τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν. Συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα. Δεν απέκλεια την περίπτωση η γυναίκα-πλέον-του φίλου μου να συνεχίζει να παίρνει. Αλλά τότε παρατήρησα κάτι άλλο που θα με οδηγούσε στη λύση αυτού του μυστηρίου. Κάθε χρόνο, αρχές Ιουλίου, κοντά στα γενέθλιά μου έκανα τα γνωστά μου πάρτι των 200 ατόμων. Δέκα μέρες περίπου ξεκινούσα τις ειδοποιήσεις σε φίλες και φίλους. Κάπου στη μέση, δηλαδή περίπου πέντε ημέρες πριν τα πάρτι τα τηλεφωνήματα πολλαπλασιάζονταν για να φθάσουν σχεδόν σε διψήφιο αριθμό ανήμερα του πάρτι. Αρα κάποιος γνώριζε ή μάθαινε από τις ετοιμασίες ή τις προσκλήσεις και συνέχιζε με την ίδια ένταση να τηλεφωνάει. Για να αποκλείσω τη γυναίκα του φίλου μου, σε κάποιο από τα πάρτι δεν τους κάλεσα πλην όμως τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν. Και όχι μόνο αυτό: Σε κάποια εντελώς ανύποπτη στιγμή, χτύπησε πάλι το τηλέφωνο, το σήκωσα και άκουσα ξεκάθαρα από μέσα μουσική αλλά και κάποια αναπνοή στο ακουστικό. Οταν η μουσική τελείωσε, μια μάλλον μικρή κοπέλα-όχι πάνω από 20-22 ετών-με ρώτησε: «Σου άρεσε το τραγούδι;». Επεσα από τα σύννεφα και ασφαλώς τη ρώτησα ποια είναι. Αυτή επέμεινε: «Σου άρεσε το τραγούδι;». Κι εγώ επανέλαβα την ερώτησή μου. Τότε, με κάποιον εκνευρισμό στη φωνή της είπε κάτι που ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να αντιληφθώ τι σήμαινε: «Αυτό δεν θα το μάθεις ποτέ». Και η γραμμή έκλεισε. Αποκλείοντας τη γυναίκα του φίλου μου που είχε πολύ πιο ώριμη φωνή, φαινόταν τελικά πως δυο κοπέλες έπαιρναν στο τηλέφωνο. Αλλά εφόσον αυτό έδειχνε σοβαρό ενδιαφέρον, τότε ποιος ο λόγος να μην το μάθω ποτέ; Τι ήταν εκείνο που βασάνιζε μια νεαρή γυναικεία ψυχή και δεν μου αποκάλυπτε στα ίσια το ενδιαφέρον της; Τι ή ποιον ακριβώς φοβόταν; Μήπως ήταν πάλι γυναίκα ή δεσμός φίλου; Ή μήπως γνώριζε για την πολύχρονη σχέση μου; Το μόνο αξιοποιήσιμο στοιχείο που είχα ήταν τα τηλέφωνα πριν τα πάρτι-και μια φορά τηλέφωνο στις έξι το πρωί όταν έπεσα να κοιμηθώ μετά τη γιορτή!!! Και ποιος θα γνώριζε την ημερομηνία του πάρτι μου; Μονάχα μια γειτόνισσα. Το μυαλό μου στριφογύρισε, κατέληξε κάπου με πιθανότητες 50% αλλά δεν έμαθα ποτέ. Η εν λόγω γειτόνισσα παντρεύτηκε έναν ζηλιάρη (αυτό θα εξηγούσε πολλά) και έφυγε από τη γειτονιά μας. Το ότι δεν περνούσα απαρατήρητος ήταν μια παρηγοριά για μένα που είχα αφιερώσει μέρες ατελείωτες για να βρω τη γυναίκα με το σιωπηλό τηλέφωνο…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ