Να ένα Παιχνίδι που -για εμένα που το έπαιζα στη γειτονιά-

αποτελεί και μάλλον “πονεμένη” ανάμνηση. Βλέπεις οι γόνοι των Χαλαντραίων κατοίκων (αρβανιτοχώρι το 1940 που εγκατασταθήκαμε) ήταν κάτι παιδόπουλα που διακρινόντουσαν για δύο έμφυτα ιδιώματα του χαρακτήρα: Την “μπέσα” που εσήμαινε αξιοπιστία, αξιοπρέπεια και φιλότιμο και το “αντριλίκι” που εσήμαινε “δεν παραπονιέμαι, δεν πονάω, δεν κλαίω και καθαρίζω μόνος μου”. Ετσι όταν “έχανα” στο κότσι δουλεύανε τη “λούρα” με τόση δύναμη που για ώρες μετά δεν μπορούσα ούτε να ξυστώ. Ήταν δε αδιανόητο να κλάψω ή να παραπονεθώ. Θα με κατατάσσανε στην κατηγορία “κότας” και στα παιχνίδια μετά θα είχα θέση είτε της “λαγωνίκας” (να μαζεύω τη μπάλα στις στραβοκλωτσές), είτε της “μούλας” να κουβαλάω τα πυρομαχικά (τις πέτρες για τον πετροπόλεμο) φορώντας -εγώ μόνον ως “μαμόθρεφτο”- ένα γερμανικό κράνος τόσο μεγάλο που, αν έστριβα απότομα το κεφάλι, αυτό έμενε να κοιτάζει εμπρός.

Κι όμως τα χαιρόμουνα όλα αυτά γιατί, από το παραθύρι της,
με κοίταζε “εκείνη”… και λέω:

Θυμήσου τη Δύση
που αιματόβρεχε φως τα ξωκκλήσια
εκείνο το Φθινόπωρο που τα δάκρυα
γίναν δροσοσταλίδες.
Θυμήσου τα κυκλάμινα που έδειχναν
πως κι οι βράχοι έχουν καρδιά
κι εκείνα τα λασπωμένα μονοπάτια
που κράτησαν πεισματικά
τα βαθουλά ίχνη των ποδιών μας
όταν  -παιδιά-  περάσαμε μαζί.
Θυμήσου τον πρωινό τον Ηλιο που έκανε
τα φτερά των χελιδονιών να λάμπουν
όταν χάραζαν στον αιθέρα πεντάγραμμα
περιμένοντας τις νότες του τραγουδιού μας.
Θυμήσου τους μελισσουργούς που τόνιζαν
γλυκά τραγούδια στις λόχμες
όταν ακούγαν το κελάηδημα της φωνής σου
και την μικρή καμπάνα του ξωκκλησιού που σώπασε
προσμένοντας τον ερχομό μας.
Θυμήσου την αγάπη μας που ήταν μόνο
δεκατεσσάρων ετών
και τα μαντήλια που νότισεν ο αποχωρισμός
και πάρε το δρόμο το μακρύ που πήρα εγώ απόψε
πάλι κοντά μου να βρεθείς

Κώστας Μπιζάνος