Στις 28 Ιανουαρίου άρχισε η συνεδρίαση στο Αίγιο, στο σπίτι του άρχοντα Αντρέα Λόντου. Είχαν συγκεντρωθεί εκεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο δεσπότης Χριστιανουπόλεως, ο Κερνίκης Προκόπιος, ο πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής, από τους κληρικούς, ενώ από τους προεστούς πήραν μέρος ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, οι Ζαΐμιδες Αντρέας και Ασημάκης, και οι Λόντοι Αντρέας και Νικόλαος. Δόθηκε πρώτα ο λόγος στον Παπαφλέσσα και εκείνος, αφού τους έδειξε το πληρεξούσιο που είχε από τον γενικό έφορο, άρχισε να τους μιλά για το στρατό του Υψηλάντη, που όπως πάντοτε τον ανέβαζε στις εκατό χιλιάδες, και τα μιλιούνια στρατεύματα του Τσάρου. Και επειδή κανένας δεν τον πίστευε, η συζήτηση κατέληξε σε βαριές κατηγορίες κατά του Παπαφλέσσα, ο οποίος τελικά έφυγε από τη συνεδρίαση απειλώντας όλους.

Πήγε στη Καλαμάτα και από κει στις Κιτριές, όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει τον Πετρόμπεη. Ο μπέης της Μάνης, παρά τους δισταγμούς του, στις 23 Μαρτίου μπήκε στην Καλαμάτα, μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς της Μάνης και της Μεσσηνίας, για να καταργήσει την τουρκική εξουσία. Μαζί του μπήκε και ο Παπαφλέσσας, περήφανος που έβλεπε να πραγματοποιείται το όνειρο της ζωής του.

Από τότε ο Παπαφλέσσας δόθηκε ολόψυχα στον αγώνα. Με το τουφέκι στο χέρι πήρε μέρος στις σπουδαιότερες μάχες. Πολέμησε πλάι στον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Ανδρούτσο. Στην καταστροφή του Δράμαλη ήταν αρχηγός σε ένα δικό του σώμα. Είχε μαζί του τον ανιψιό του Δημήτρη, τον αδελφό τού Νικήτα και το στρατηγό Κεφάλα. Ο φιλέλληνας Αμερικανός γιατρός Χάου, που τον παρακολουθούσε στη μάχη, γράφει ότι δεν γνώρισε πιο αντρειωμένο πολεμιστή.

Οταν, τον Φεβρουάριο του 1825, ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, ο Παπαφλέσσας ήταν υπουργός των Εσωτερικών. Οταν είδε ότι η επανάσταση κινδύνευε από τον Αιγύπτιο στρατάρχη, πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα τον αντιμετώπιζε ο ίδιος. Ηξερε ότι ο Ιμπραήμ σκόπευε να περάσει στη Μεσσηνία. Θα συγκέντρωνε στρατό και θα προσπαθούσε να του κόψει το δρόμο προς το εσωτερικό του Μοριά. Αλλά και αν δεν το κατόρθωνε, θα τον καθυστερούσε ώστε να προλάβουν τα γυναικόπαιδα να ασφαλιστούν στη Μάνη.

Μ’ αυτή την απόφαση ξεκίνησε στις 27 Απριλίου από το Ναύπλιο και πήρε το δρόμο προς την Τριπολιτσά, με λίγους δικούς του πολεμιστές. Στον Αχλαδόκαμπο συνάντησε τον Καρατάσο και τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, που έφευγαν δυσαρεστημένοι από τον Κουντουριώτη, τους κάλεσε να γυρίσουν και να χτυπήσουν όλοι μαζί τον Ιμπραήμ, αλλά εκείνοι αμετάπειστοι εξακολουθούσαν το δρόμο τους. Ο Παπαφλέσσας αγανάκτησε, τους έβρισε και τους κατηγόρησε ότι «αφήνουν την πατρίδα τους να την πατάν οι Αραπάδες».

Μετά απ’ αυτό, ο Παπαφλέσσας πήρε το δρόμο για την Τριπολιτσά, όπου έμεινε τέσσερις ημέρες. Εκεί κάλεσε τους ντόπιους οπλαρχηγούς. Τον ακολούθησαν ο Πάνος Παπανικολάου, ο Λεβιώτης, ο Παπαγιώργος, ο Γιάννακας, ο Ριζιώτης, ο Γιαννάκης Παππάς, γιος του Εμμανουήλ Παπά, αρχιστρατήγου της Μακεδονίας, και άλλοι. Ολοι μαζί είχαν πεντακόσιους πολεμιστές. Υστερα τράβηξε για το Λιοντάρι. Στο δρόμο συνάντησε τον ανιψιό του Δημήτρη με εκατόν πενήντα άντρες και τον πήρε μαζί του. Εμεινε δύο ημέρες εκεί, καλώντας από παντού οπλαρχηγούς. Ηρθαν ο Αλεξόπουλος, ο Ξύστρας και ο Μπούρας με τριακόσια παλικάρια.

Υστερα πήγε στη Φρουτζάλα, όπως λεγόταν τότε η Θουρία. Εκεί βρήκε τον στρατηγό Διονύσιο Μούρτζινο με πεντακόσιους Μανιάτες. Ο Μούρτζινος ήταν πολιτικός του φίλος και υπουργός του πολέμου. Τον κάλεσε να πάει μαζί του. Εκείνος όχι μόνο δεν τον ακολούθησε, αλλά δεν του έδωσε την παραμικρή βοήθεια, γιατί ήταν θυμωμένος μαζί του για το συνοικέσιο της ανιψιάς του Παπαφλέσσα με τον Κωνσταντή Μαυρομιχάλη. Δυνατό μίσος χώριζε επί αιώνες τους Μαυρομιχαλαίους από τους Μούρτζινους.

Στη Φρουτζάλα πήρε γράμματα από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Μοριά, που του έλεγαν ότι έρχονταν να τον βοηθήσουν. Ο Πλαπούτας, του έγραψε ότι φτάνει με χίλιους εξακόσιους. Ο Κατσάκος θα ερχόταν από την Καλαμάτα με χίλιους. Οταν ήταν έτοιμος να ξεκινήσει, ενώθηκαν μαζί του διάφοροι μικροοπλαρχηγοί με τετρακόσια παλικάρια.

Ετσι ο Παπαφλέσσας, με εκείνους που κατόρθωσε να συγκεντρώσει και, υπολογίζοντας στη βοήθεια που του υποσχέθηκαν οι άλλοι, αποφάσισε να οχυρωθεί στο Μανιάκι, για να δυσκολέψει το πέρασμα του Ιμπραήμ στο εσωτερικό του Μοριά. Εκανε λεπτομερή εξέταση της περιοχής και τελικά αποφάσισε να πιάσει τρεις πετρώδεις λόφους που βρίσκονταν εκεί και που τώρα ονομάζονται «τα ταμπούρια του Παπαφλέσσα». Εβαλε να χτίσουν μια μεγάλη μάντρα και πίσω της άνοιξε ταμπούρια. Ειχε συγκεντρώσει τέσσερις χιλιάδες παλικάρια με τον Κεφάλα, τον Βοϊδή, τον Παπαγιώργη και άλλους μικρότερους οπλαρχηγούς.

(Συνεχίζεται)