Από τις αρχές της ιστορίας, ο μυστηριώδης κόσμος των ωκεανών, ήταν το καταφύγιο μιας μεγάλης ποικιλίας θαλάσσιων τεράτων, τόσο πραγματικών όσο και φανταστικών. Οι αρχαίοι ναυτικοί πίστευαν ότι υπήρχαν θαλάσσια ερπετά, τα οποία μπορούσαν να βουλιάξουν πλοία, και γοργόνες, που ήταν μισές άνθρωποι και μισές ψάρια. Η σύγχρονη επιστήμη έχει ανακαλύψει τεράστιους φαλαινοκαρχαρίες, ψάρια που λάμπουν στο σκοτάδι, και τεράστια καλαμάρια, τόσο μεγάλα που τρέφονται με φάλαινες. Από την άλλη, λίμνες και ποτάμια, με μερικές εξαιρέσεις, είναι πιο ήρεμα περιβάλλοντα, οι κάτοικοι των οποίων έχουν καταγραφεί με ακρίβεια εδώ και αιώνες.

Στο τέλος του δέκατου αιώνα όμως, στα πέρατα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας υπήρχαν ακόμα κάποια είδη που δεν είχαν ανακαλυφθεί. Το 1869 για παράδειγμα, στην Αυστραλία ανακαλύφθηκε ένα νέο είδος πρωτόγονου ψαριού, το ψάρι – σαλαμάνδρα (lungfish), που διατηρεί την ικανότητα να αναπνέει αέρα. Καθώς αυτό έγινε μόνο δέκα χρόνια από τότε που ο Κάρολος Δαρβίνος (1809-1882) είχε εκδώσει το σύγγραμμά του «Η προέλευση των ειδών», οι φυσιοδίφες είχαν στρέψει την προσοχή τους στο να ψάχνουν για ζώα, που μπορεί να αποτελούσαν τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ ψαριών και ερπετών.

Το 1872, ανακαλύφθηκε ένα παράξενο ψάρι στην περιοχή του ποταμού Μπερνέτ, στο βόρειο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Το κεφάλι του έμοιαζε με αυτό του ψαριού-σαλαμάνδρας, «Νεοκερατώδους» (Neoceratodus), με μακριά ουρά, και το πιο περίεργο χαρακτηριστικό απ’ όλα, με ένα ράμφος σαν πάπιας, όπως αυτό του πλατύποδα. Οι εργαζόμενοι στον σταθμό Βοοειδών του Γκέινταχ, ισχυρίζονταν ότι το ψάρι είχαν πιάσει γηγενείς Αυστραλοί σε έναν τοπικό νερόλακκο, όπου ζούσε μαζί με άλλα είδη ψαριού-σαλαμάνδρας. Ο «Πλατιχθύς» – όπως ονομάστηκε – μαγειρεύτηκε και προσφέρθηκε ως δείπνο στον Καρλ Στάιγκερ, τον πρώην διευθυντή του Μουσείου του Μπριζμπέιν. Η παρουσία του τελευταίου τη στιγμή ακριβώς μιας τέτοιας σημαντικής ανακάλυψης, θα έπρεπε να του προξενήσει υποψίες, αλλά ο Μπριζμπέιν κατάπιε το ψάρι και… τη φάρσα (μαζί με… το αγκίστρι και την πετονιά!). Εστειλε τις παρατηρήσεις και τα σχέδιά του στον Φρανσουά Λαπόρτ, Κόμη του Καστελνό (1810-1880), ο οποίος ήταν ένας από τους πλέον εξέχοντες φυσιοδίφες της εποχής. Ο Λαπόρτ δέχτηκε καλόπιστα την περιγραφή του Στάιγκερ, ανέφερε την ανακάλυψή του στη Λιναϊκή Εταιρεία (Linnean Society) του Σίδνεϊ, και έδωσε στο ζώο το όνομα Ompax Spatuloides.

Αν και δεν βρέθηκαν ποτέ και πουθενά άλλα Ompax, το παράξενο ψάρι παρέμεινε στη λίστα των άγριων ζώων της Αυστραλίας για τρεις δεκαετίες. Οταν όμως οι φυσιοδίφες επανεξέτασαν τα πρωτότυπα σχέδια του Στάιγκερ, κατάλαβαν ότι το δείγμα είχε κατά πάσα πιθανότητα συναρμολογηθεί από τμήματα άλλων ζώων: το κεφάλι ενός ψαριού – σαλαμάνδρας, το σώμα ενός λυθρινιού, την ουρά ενός χελιού, και το ράμφος ενός πλατύποδα. Ο Στάιγκερ παραπλανήθηκε επειδή του είχαν παρουσιάσει το «ψάρι» μαγειρεμένο.

Μετά από άλλα τριάντα χρόνια, και στην άλλη άκρη του κόσμου, στον τύπο της πολιτείας του Κολοράντο, αναφέρθηκε ακόμη ένα ιχθυακό αξιοπερίεργο: η μαλλιαρή πέστροφα. Θρύλοι για ψάρια, καλυμμένα με γούνα, που ζούσαν στα παγωμένα νερά των ποταμών της Βόρειας Αμερικής, κυκλοφορούσαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα. Στην περίπτωση αυτή δεν ήταν ένα κατασκευασμένο ζώο, αλλά το αποτέλεσμα μιας φυσικής μόλυνσης, που είναι γνωστή ως «σαπρολεγνία» (Saprolegnia). Ενα ψάρι που έχει μολυνθεί από τους μύκητες της σαπρολεγνίας, παρουσιάζει τοπικές επικαλύψεις με μπαλώματα, που μοιάζουν με γούνα. Οταν το ψάρι πεθάνει, οι μύκητες εξακολουθούν να αναπτύσσονται, μερικές φορές καλύπτοντας όλο το σώμα του. Οι μύκητες όμως δεν διατηρούνται μετά από ταρίχευση, οπότε τα δείγματα «μαλλιαρής πέστροφας» που υπάρχουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές είναι οπωσδήποτε ψεύτικα.

(Πηγή: ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)