Παρασκευή 17η Νοεμβρίου 1973: Συγκλονιστική περιγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Κώστα Γλύστρα – Αδημοσίευτες φωτογραφίες

«ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ! ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!
Ακούτε τον σταθμό των ελεύθερων φοιτητών,
των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων!

ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!»…

Γράφει ο Κώστας Γλύστρας
Ως αυτόπτης μάρτυρας και… συναυτουργός, τότε 34 ετών!…

Φωτ. 1. Πολυτεχνείο. Απόγευμα της ηλιόλουστης Παρασκευής 17ης Νοεμβρίου 1973, πέμπτης ημέρας από τη Δευτέρα 13 Νοεμ. που άρχισε η αντιχουντική εξέγερση του Πολυτεχνείου, μια αναμνηστική φωτογραφία, κιτρινισμένη από τον κουρασμένο χρόνο, τραβηγμένη με τα τρεμάμενά μου χέρια, υπό άκρατο ενθουσιασμό, με μια Voigtlaender Automatic (τότε κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου οι ψηφιακές, τα cd, dvd, video, PC κλπ.). Στα κάγκελα ο θρυλικός Ξυλούρης ξεσηκώνει τα αλαλάζοντα πλήθη με τα αντιστασιακά του τραγούδια, εναλλασσόμενα με νοσταλγικά κρητικά, όπως «ο αργαλειός» κ.ά. Σε λίγες μόνον ώρες, το ανεπανάληπτο πανηγύρι και το αντιχουντικό ξέφρενο γλέντι θα έδιναν τη θέση τους σε μια αιματηρή θηριωδία, με τα τανκς του Ιωαννίδη, ρίχνοντας την αυλαία της φοιτητικής αντιχουντικής εξέγερσης. Τα κεφάλια μέσα!…

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 17η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1973

…Ακόμα βουίζει στ’ αυτιά μου η ηρωική φωνή της τότε φοιτήτριας του Ε.Μ.Π. Μαρίας Δαμανάκη…

Στη ζωή ήμουν τυχερός και παρών σε στιγμές που γράφονταν λαμπρές σελίδες δόξης της παγκόσμιας Ιστορίας (όπως π.χ. προσκεκλημένος στην εξέδρα των επισήμων στο ακρωτήριο Canaveral, κατά την εκτόξευση πυραύλου με Space Shuttle για την κατάκτηση της σελήνης κλπ.).
Η μοίρα, όμως, με επιφόρτισε με το βαρύ φορτίο να παίξω κάποιον ρόλο (έστω, κομπάρσου), την Παρασκευή 17 Νοεμβρίου και το Σάββατο 18 Νοεμβρίου 1973, τη στιγμή που γράφονταν μελανές και απεχθείς σελίδες της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας:

Όταν, περί τις τρεις τα χαράματα της Παρασκευής προς Σάββατο, η χούντα έριχνε την πύλη του Πολυτεχνείου με άρμα μάχης, με τον αξιωματικό Ντερτιλή να σκοτώνει εν ψυχρώ έναν φοιτητή, με την εγκληματική όμως χουντική δραστηριότητα να κορυφώνεται την επομένη, το Σάββατο 18 Νοεμβρίου, με πολλούς νεκρούς από τους ελεύθερους σκοπευτές, στάθηκα τυχερός που τη γλίτωσα με μικροτραυματισμό «στην πρώτη γραμμή».

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!

Η 17η Νοεμβρίου 1973 (τότε ήμουν 34 ετών και πατέρας ενός τρίχρονου κοριτσιού, της αγαπημένης μου κόρης Χριστίνας Αρτέμιδος, εργαζόμενος ως διευθυντής σε έναν οργανισμό) ήταν η πέμπτη ημέρα όπου οι φοιτητές είχαν ταμπουρωθεί μέσα στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και με τον πειρατικό τους ραδιοφωνικό σταθμό προέτρεπαν τους Έλληνες πολίτες να τους ακολουθήσουν στον αγώνα τους ενάντια στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Στο μικρόφωνο συνήθως η Δαμανάκη, με μια στεντόρεια φωνή που ανάσταινε και πεθαμένους.

Συγκινήθηκα και αποφάσισα να συμμετάσχω, ζωσμένος με τα… «πολεμικά μου τσαπράζια», φωτογραφική μηχανή, κινηματογραφική μηχανή 8 χιλιοστών (τότε δεν είχε επινοηθεί ακόμα ούτε το βίντεο, ούτε τα CD, DVD, οι σκληροί δίσκοι και τα διαβολεμένα PC) και κασετόφωνο.
Απογευματάκι μιας γλυκιάς και ηλιόλουστης φθινοπωρινής μέρας, ακόμα βλέπω μπροστά μου ολοζώντανο τον λεβέντη αντιστασιακό Κρητικό τραγουδιστή Νίκο Ξυλούρη (αιωνία του η μνήμη!) σκαρφαλωμένο στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, ανάμεσα σε εκατοντάδες φοιτητές, εργάτες, οικοδόμους και αμέτρητα πλακάτ (με επιγραφές «Κάτω η χούντα», «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» κλπ.), να τραγουδάει παλληκαρήσια τα αντιστασιακά του τραγούδια. (Βλ. φωτ. 1).

Ο χουντικός «Πρόεδρος της Δημοκρατίας» και πρώην Αντιβασιλεύς (τίτλο που κληρονόμησε από τον Ζωιτάκη), συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος προαλειφόταν για εκλεγμένος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, οπότε έδειξε μια, αδιανόητη για στρατιωτικό καθεστώς, παθητική αναμονή. Ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης (που κινούσε πίσω από τα παρασκήνια τα νήματα) έβραζε από αγανάκτηση.
Ο Ιωαννίδης εκμεταλλεύτηκε και την (κατανοητή) μη δυνάμενη πλέον να κρυφτεί έντονη δυσφορία των αξιωματικών, μη ανεχόμενων πια «τα τσογλάνια να ξεφτιλίζουν τον στρατό», τασσομένων απροκάλυπτα υπέρ της βίαιης καταστολής της εξέγερσης, οπότε… ο ιωαννιδικός κύβος ερρίφθη, με αφορμή και πρόσχημα τα… άτακτα παιδιά.
Το πήραν απόφαση με τους επιτελείς του, να επέμβουν βιαίως, να σταματήσουν άδοξα όλο αυτό το πολύβουο λαϊκό πανηγύρι και ν’ ανατρέψουν τον Παπαδόπουλο, ύστερα και από το απονενοημένο αστείο βασιλικό αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967, κατά το οποίο με κατέστησε η μοίρα επίσης συμμέτοχο, σε μια ατέλειωτη νύχτα, ως υπηρετούντα έφεδρο αξιωματικό του Τεχνικού Σώματος, όπου τραυμάτισα (ευτυχώς ελαφρά) κάποιον κουφό πολίτη που εισέβαλε νυχτιάτικα στο στρατόπεδο και δεν αντιδρούσε στο «Αλτ, τις ει!».

Απορροφημένος από τις πολυποίκιλες… δημοσιογραφικές μου εργασίες, μέσα στη λαοθάλασσα έξω από το Πολυτεχνείο, με συλλαμβάνουν οι φοιτητές ως ύποπτο κατάσκοπο της χούντας. Με έσυραν ενώπιον μιας πολυπρόσωπης «επιτροπής αγώνα», για να με… δικάσουν. Τελικά πείσθηκαν ότι ήμουν «σάρκα από τη σάρκα τους», συνάδελφος μηχανικός, και ότι μάζευα ντοκουμέντα εναντίον της χούντας, ώστε να τα διοχετεύσω στο εξωτερικό. Μου ανέθεσαν χρέη… πολεμικού ανταποκριτή και έδωσα το παν για να τιμήσω την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Μου παρέσχον και δύο… «προστάτες» και ξαναβγήκα να συνεχίσω το θεάρεστο έργο μου.

Αργά το βράδυ, με δύο φίλους και συναδέλφους μηχανικούς, τον εκ Σουφλίου ορμώμενο Γιάννη Ιασονίδη και τον Αθηναίο Νίκο Νούσιο (γεια σας λεβέντες!) βρεθήκαμε στην οδό Αιόλου, οδεύοντες προς το Πολυτεχνείο.
Μόλις άρχισαν να σφυρίζουν απρόσμενα γύρω μας οι σφαίρες αντιληφθήκαμε τη σοβαρότητα της κατάστασης και τρέξαμε να προστατευτούμε, με εξαίρεση τον Νίκο Νούσιο, να περπατάει ατάραχος ανάμεσα στα σφυρίγματα των σφαιρών.

Προς οικονομίαν του λόγου, τελικά βρέθηκα στο ξενοδοχείο Acropol, ακριβώς απέναντι από την πύλη του Πολυτεχνείου και έζησα σε απόσταση αναπνοής όλες τις δραματικές στιγμές, με τις συνεχείς επικλήσεις των φοιτητών προς τους στρατιώτες «αδέλφια, μη μας χτυπάτε!», παρέα με έναν αλλοδαπό δημοσιογράφο κινηματογραφιστή, κινηματογραφώντας τη δραματική στιγμή που οι ερπύστριες του άρματος έριξαν την πύλη του Πολυτεχνείου, μαζί με τα ηρωικά παλληκάρια που ήταν σκαρφαλωμένα επάνω της.

Τα φιλμ αυτά τα φυγαδεύσαμε αμφότεροι κρυφά στο εξωτερικό, με τον αλλοδαπό δημοσιογράφο να είναι «τυχερότερος» εμού, αφού, λόγω επαγγέλματος, το δικό του φιλμ κυκλοφόρησε σε όλον τον κόσμο. Νομίζω ότι είναι αυτό που δείχνει και η τηλεόραση σε κάθε επέτειο.
Μετά την εισβολή του στρατού στις εγκαταστάσεις του Πολυτεχνείου, ο πειρατικός σταθμός «των ελεύθερων φοιτητών» σίγησε απότομα, με τη δραματική φράση του εκφωνητή φοιτητή «ο σταθμός θα σιγήσει, διότι πέφτει σε λίγο στα χέρια της χούντας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελεύθεροι σκοπευτές επάνω στις ταράτσες πυροβολούσαν σε… ότι κινούνταν, με αποτέλεσμα να ζητάει η Δαμανάκη αιμοδότες, ενώ ο κόσμος (τραυματίες και μη)  έτρεχε να κρυφτεί σε γειτονικές πολυκατοικίες και τα ασθενοφόρα να τρέχουν δαιμονισμένα, αγωνιζόμενα να βάλουν μυστικά τους τραυματίες στα νοσοκομεία…

ΣΑΒΒΑΤΟ 18η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1973

Γύρισα κατάκοπος τις πρωινές ώρες στο σπίτι μας στο Παγκράτι (Μονής Σέκου 1), όπου η γυναίκα μου ήταν ράκος από την αγωνία της.
Κοιμήθηκα δυο τρεις ώρες, ξαναπήρα την  κινηματογραφική και τη φωτογραφική μου μηχανή και υπέπεσα στο ίδιο… ατόπημα της προηγούμενης νύχτας, θέλοντας να είμαι παρών και πρώτος όταν γράφεται Ιστορία.
Η γυναίκα μου με εκλιπαρούσε, κλαίγοντας, να μείνω στο σπίτι, πατέρας μικρού κοριτσιού, εγώ όμως έμεινα ασυγκίνητος…

Ταμπουρώθηκα πίσω από μια άδεια κλούβα αστυνομικών στο Πεδίον του Άρεως και κινηματογραφούσα τα τανκς που ισοπέδωναν (έκαναν πίτα) όλα τα αυτοκίνητα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ενώ ξερίζωναν και όλα τα δέντρα επάνω στις διαχωριστικές νησίδες. Κρανίου τόπος!
Οι σφαίρες σφύριζαν γύρω μου, αλλά, εγώ ο βλάξ, δεν έδινα σημασία, πιστεύοντας ότι επρόκειτο απλώς για εκφοβιστικούς πυροβολισμούς στους αέρα.

Τελικά, αποδείχτηκε ότι το μεγάλο μακελειό των τραυματιών και των νεκρών δεν συνέβη κατά τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973, αλλά κατά το πρωινό της 18ης Νοεμβρίου 1973, με τα περισσότερα θύματα να είναι απλοί ανίδεοι διαβάτες, «σημαδεμένοι» από αδέσποτες σφαίρες των ακροβολισμένων ελεύθερων σκοπευτών.

Για κακή μου τύχη, ένα τσούρμο αστυνομικών πέφτει απάνω μου και με τραυματίζει ελαφρά κατά την αγωνιώδη σύλληψή μου.
Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, σε λίγο κατάφερα να αποδράσω, μαζί με το κινηματογραφικό και φωτογραφικό μου υλικό. Ο τρόπος ήταν γκανγκστερικός, αλλά δεν αξίζει να επεκταθώ περαιτέρω.

Και μυαλό δεν έβαλα: Σε λίγο κατάφερα να αναρριχηθώ, με πονηρά τεχνάσματα, επάνω στην ταράτσα του ιστορικού ξενοδοχείου Grand Bretagne, στην Πλατεία Συντάγματος και να κινηματογραφήσω τα αμέτρητα άρματα μάχης προ της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και τους ελεύθερους σκοπευτές επάνω στις ταράτσες των γειτονικών πολυκατοικιών.
(Βλ. φωτ. 2).

 

Φωτ. 2.  Πλατεία Συντάγματος, μνημείο Αγνώστου, Κοινοβούλιο.
Ηλιόλουστο Σάββατο μεσημέρι, 18 Νοεμβρίου 1973.
Τα παραταγμένα χουντικά άρματα μάχης τα φωτογράφισα και τα κινηματογράφησα από την ταράτσα του ξενοδοχείου Grand Bretagne (Μεγάλη Βρετανία), στην οποία ανέβηκα επεισοδιακά, παρακάμπτοντας τη στρατιωτική φρουρά που εφύλασσε την είσοδο του ξενοδοχείου.

Την ίδια… δουλειά έκανα και σε άλλα «ευαίσθητα» σημεία της Αθήνας, όπως στο Ζάππειο κλπ., φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τα παρατεταγμένα τανκς που είχαν πλημμυρίσει το κέντρο της Αθήνας. (Βλ. φωτ. 3)

Φωτ. 3. Ζάππειο, φρουρούμενο από τις χουντικές ερπύστριες. Ηλιόλουστο Σάββατο μεσημέρι, 18 Νοεμβρίου 1973. Το φωτογράφισα μέσα από την… αρχοντική μου κατακόκκινη Citroen D Super (κοινώς «Βάτραχος»), ένα αυτοκίνητο που γράψαμε παρέα Ιστορία, όταν μας πετροβολούσαν οι παλιό-Τουρκοι στα βάθη της Ανατολίας, όταν με συλλάμβαναν επανειλημμένως σε χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όταν ξέμεινα νυχτιάτικα με τη μούσα μου σε τουρκικά βουνά, ανάμεσα σε άγρια θηρία… Περασμένα ναι, ξεχασμένα ποτέ!

Δεν διεκδικώ δάφνες του… ήρωα, αλλά του… βλακός!
Τώρα, στα 81 μου, αναλογιζόμενος τι θα έκανα με τη σημερινή μου «ωριμότητα», σε παρόμοια περίπτωση, η απάντηση είναι μονοσήμαντη:
Ακριβώς τα ίδια, όπως έπραξα μια ζωή στα ταξίδια μου εισβάλλοντας σε εμπόλεμες ζώνες και παίζοντας τη ζωή μου κορώνα-γράμματα.
Το ότι είμαι ακόμα ζωντανός, καθαρή σύμπτωση. Την έβγαλα ξώφαλτσα με ουκ ολίγες φυλακίσεις, πάντοτε ως ύποπτος κατασκοπίας.
… Κάλος στον εγκέφαλο; Μπορεί! Δε μπορώ ν’ αλλάξω ούτε τη φύση μου, ούτε το «βαρεμένο μου DNA».

Κώστας Γλύστρας

ΥΓ: Για τις περιπέτειές μου με τη χούντα, για το ότι με εκδικήθηκαν σφόδρα οι πραξικοπηματίες, ως έφεδρο αξιωματικό που τους πρόδωσε (ενώ με είχανε στα όπα όπα), για το αιματηρό κεφάλαιο της Κυπριακής Τραγωδίας, για τη γνωριμία μου με τον Μακάριο και με τον ήρωα της ΕΟΚΑ στρατηγό Γρίβα – ΔΙΓΕΝΗ, για τη γέννηση των δίδυμων γιών μου, του Δημήτρη και του Ανδρέα, στη Βιέννη, ενώ εγώ ήμουν επιστρατευμένος επί τρίμηνο στα σύνορα από την 20η Ιουλίου 1974 (ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο), οπότε έχασα κάθε επαφή με την οικογένειά μου στην Αυστρία όλο αυτό το διάστημα, αποτελεί άλλο μεγάλο κεφάλαιο της ταραχώδους ζωής μου, προς το παρόν μη δημοσιοποιημένο, αλλά φυλαγμένο με σεβασμό στο κουτί με τις ατέλειωτες ζοφερές μου αναμνήσεις…

Η ιστορική ματωμένη σημαία του Πολυτεχνείου
που ηγείται της ετήσιας πορείας διαμαρτυρίας (της 17 Νοέμβρη)
των φοιτητών (και των λοιπών… δημοκρατικών δυνάμεων)
προς την Αμερικανική Πρεσβεία,
μόλις λίγη ώρα προτού αρχίσουν οι πυρπολισμοί της Αθήνας, το κάψιμο της γαλανόλευκης,
οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας,
ολοκληρωμένες από το… δημοκρατικότατο πλιάτσικο των περιθωριακών εγκληματικών νεολαιών,
υπό τα ανήμπορα να δράσουν όμματα της αστυνομίας!
Και… του χρόνου!
Λέγεται πως τη σημαία αυτή την υφάρπαξε κάποια από τις φοιτητικές «δημοκρατικές παρατάξεις»
και την κρατεί παράνομα στη… γιάφκα της!…