Μια καινούρια άνοιξη ή μια ουτοπία;

Ο σύγχρονος Ολυμπισμός γεννήθηκε με την αλλαγή του αιώνα. Θεμελιωτής του ο Γάλλος βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν (1863-1937). Η πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα έγινε στη Αθήνα το 1896 και έκτοτε – με εξαίρεση τα χρόνια των πολέμων 1916, 1940 και 1944 – οι Αγώνες διεξάγονται με κανονική περιοδικότητα.

Στα τέλη του περασμένου αιώνα, η σωματική άσκηση είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί. Το γεγονός όμως αυτό, τελικά συνέβαλε στο να γεννηθούν οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Θεμελιωτής τους υπήρξε ο Γάλλος Πιερ ντε Κουμπερτέν. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιάδων του αρχαίου ελληνικού κόσμου δεν ήταν καινούρια. Ηδη από το 1793 ο Γιόχαν Κρίστοφ Γκούτσμουθς – ένας από τους σημαντικότερους δασκάλους της εποχής του Διαφωτισμού – είχε παροτρύνει τους ηγήτορες να διοργανώσουν σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Από τότε το θέμα αυτό είχε συζητηθεί πολλές φορές.

Το αποφασιστικό βήμα έγινε από τον Κουμπερτέν. Αλλά υπήρξε και θετική συμβολή άλλων παραγόντων, όπως το βρετανικό σύστημα άθλησης που καθιέρωνε και αγώνες σε διάφορα σπορ και είχε κάνει συνειδητή την ανάγκη ευρύτερων διεθνών αθλητικών διοργανώσεων. Τεράστιο όμως ρόλο έπαιξαν και οι ανασκαφές που είχαν ξεκινήσει το 1875 Γερμανοί αρχαιολόγο στην Ολυμπία. Τα συναρπαστικά ευρήματα που έρχονταν στο φως είχαν εξάψει το ενδιαφέρον της Ευρώπης για τον Ολυμπισμό. Τελικά όμως, αυτή καθαυτή την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων την οφείλουμε στον ίδιο τον Πιερ ντε Κουμπερτέν.

Ο Κουμπερτέν είχε γεννηθεί στο Παρίσι την 1η Ιανουαρίου 1863 και καταγόταν από οικογένεια αριστοκρατική. Σπούδασε Ιστορία, Φιλοσοφία και Πολιτικές Επιστήμες. Ηδη από τα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε έντονα με τις θεμελιώδεις αρχές που, κατά την άποψή του, έπρεπε να διέπουν το παιδαγωγικό σύστημα. Πίστευε πως η συστηματική διεξαγωγή αθλητικών αγώνων, θα συνέβαλε σημαντικά στην αλληλοκατανόηση των λαών, την προσέγγισή τους και, τελικά, στη διαφύλαξη της Ειρήνης στον κόσμο.

Το κύμα ενθουσιασμού που είχαν ξεσηκώσει οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην Ολυμπία, συνεπήρε και τον κοσμοπολίτη και φιλέλληνα Κουμπερτέν, που κατέληξε στην ιδέα να αναβιώσει τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες, σε όλο τους το μεγαλείο.

Τον Νοέμβριο του 1892, στο Παρίσι, ο Κουμπερτέν ανακοίνωσε για πρώτη φορά δημόσια, την πρόθεσή του αυτή. Η οριστική απόφαση πάρθηκε τον Ιούνιο του 1894, σε διεθνές συνέδριο που είχε συγκαλέσει ο ίδιος στη Σορβόννη. Παρόντες ήσαν 79 εκπρόσωποι από 13 χώρες. Το συνέδριο αποφάσισε τη συστηματική ανά τετραετία τέλεση Αγώνων, σε διαφορετική εκάστοτε χώρα, με δικαίωμα συμμετοχής όλων των λαών, χωρίς φυλετικές διακρίσεις. Μόνον οι επαγγελματίες αθλητές δεν θα μπορούσαν να λάβουν μέρος. Και η αρχή θα γινόταν το 1896.

Με πρόταση του Κουμπερτέν, επίσης, ιδρύθηκε και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ). Πρώτος της πρόεδρος ορίσθηκε ο Ελληνας λόγιος Δημήτριος Βικέλας. Ο Κουμπερτέν ανέλαβε την διεύθυνσή της. Αποστολή της ανεξάρτητης – τόσο από πολιτικούς όσο και οποιουσδήποτε άλλους αθλητικούς οργανισμούς – Επιτροπής αυτής θα ήταν, εκτός από τη διοργάνωση των Αγώνων, και η παγκόσμια διάδοση του Ολυμπιακού ιδεώδους.

Η πρώτη Ολυμπιάδα της σύγχρονης εποχής έγινε στην Αθήνα το 1896. Η επιτυχία της ήταν λαμπρή. Μετά τους πρώτους αυτούς Ολυμπιακούς, ο Κουμπερτέν ανέλαβε προσωπικά την προεδρία της ΔΟΕ και, παρά τις αντιδράσεις, κατόρθωσε σιγά-σιγά να παγιώσει τον θεσμό. Οι αντιδρώντες ήταν κυρίως πολιτικοί οργανισμοί, αλλά και αθλητικές ενώσεις που η ολυμπιακή δραστηριότητα τις υποβάθμιζε. Και ο Κουμπερτέν συνάντησε πολύπλευρη αντίδραση. Δέχτηκε οξεία κριτική για την αυστηρή έννοια του «ερασιτεχνισμού» και για τον αποκλεισμό του γυναικείου αθλητισμού από τις Ολυμπιάδες. Τελικά, προς γενική έκπληξη, το 1925, στο Ολυμπιακό Συνέδριο της Πράγας, ο Κουμπερτέν παραιτήθηκε από το αξίωμά του. Πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1932, στη Γενεύη. Η καρδιά του ετάφη σε ειδικό μνημείο, που κατασκευάστηκε γι αυτόν το σκοπό στην αρχαία Ολυμπία.

Οι Ολυμπιάδες εξακολουθούν να τελούνται μέχρι σήμερα. Είναι αμφίβολο όμως αν θα ικανοποιούσαν τον ίδιο τον Κουμπερτέν, ο οποίος ήλπιζε ότι η νεολαία θα έβρισκε στην άσκηση και τον αθλητισμό τη φυσική ολοκλήρωσή της, αλλά και τον δρόμο προς την ανάπτυξη ορισμένων ιδιοτήτων του χαρακτήρα, όπως δύναμη θέλησης, αντοχή, θάρρος και ευγένεια. Πίστευε ότι η ευγενής άμιλλα θα οδηγούσε τις φυλές και τα έθνη σε αμοιβαίο σεβασμό και ειρηνική συνύπαρξη, όπως στους αθλητές της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Ολυμπιακός όρκος, οι επίσημες τελετές έναρξης και λήξης των σύγχρονων Αγώνων, καθώς και η απονομή των επάθλων, έπρεπε να έχουν έναν συμβολισμό ιερό, όπως οι γιορτές προς τιμήν του Δία στην αρχαία Ολυμπία, και όπως στην αρχαιότητα, στη διάρκεια των Αγώνων τα όπλα να σιγούν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, από τη σκοπιά των αγωνισμάτων, οι Ολυμπιακοί Αγώνες γοητεύουν εκατομμύρια θεατές σε όλη την υφήλιο. Αλλά δεν κατόρθωσαν να επηρεάσουν θετικά το πολιτικό και κοινωνικό «γίγνεσθαι». Ο Ολυμπισμός, ως ιδεώδες, δεν οικοδόμησε έναν καλύτερο και ειρηνικότερο κόσμο. Αντίθετα, οι Αγώνες συχνά αποτέλεσαν το πλαίσιο πολιτικών τριβών. Η «καινούρια άνοιξη» που είχε ονειρευτεί ο Κουμπερτέν αποδείχτηκε, δυστυχώς, ουτοπία.

(Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια :Οι Μεγάλες Δεκαετίες, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)