Εδώ και αρκετά χρόνια όλο και πληθαίνουν τα στοιχεία που μας κάνουν να υποθέτουμε ότι οι πλανήτες στον Γαλαξία μας είναι κάτι το κοινό.

Πολλοί νομίζουν ότι οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει πολλούς πλανήτες γύρω από άλλα αστέρια. Κάθε τόσο διαβάζουμε: «Επιστήμονας ανακαλύπτει νέο πλανήτη». Αυτό είναι υπερβολικό. Το μόνο γεγονός είναι πως οι επιστήμονες έχουν βρει αρκετές ενδείξεις για το ότι οι πλανήτες δεν είναι σπάνιοι στον Γαλαξία μας, δεν έχει γίνει όμως καμία κατηγορηματική, θετική και γενικά αποδεκτή ανακάλυψη κάποιου πλανήτη έξω από το ηλιακό μας σύστημα. Βέβαια είναι πολύ πιθανό τα επόμενα χρόνια να γίνει μια τέτοια ανακάλυψη.

Πώς ψάχνει κανείς για πλανήτες γύρω από τα διάφορα αστέρια; Η μελέτη αυτή είναι πολύ δύσκολη. Τα άστρα βρίσκονται τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από τη Γη. Ενας πλανήτης λάμπει, επειδή αντανακλά το φως του αστεριού του. Είναι φυσικό λοιπόν, αυτό να εξαφανίζεται από το ασύγκριτα πιο δυνατό φως του ήλιου του.

Κάτι αξιοσημείωτο είναι ότι πολλά από τα αστέρια που βλέπουμε τη νύχτα είναι πολλαπλά: δύο, τρία ή ακόμη περισσότερα που «χορεύουν» το ένα γύρω από το άλλο, μπλέκοντας τις τροχιές τους, σχεδόν όπως οι πλανήτες γύρω από τον Ηλιο. Πολλά απ’ αυτά τα πολλαπλά αστέρια μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε εύκολα, αν τα κοιτάξουμε με τηλεσκόπιο.

Μερικές φορές, τα μέλη ενός διπλού άστρου είναι τόσο κοντά, που το φως του ενός πνίγεται από το φως του άλλου. Μερικές φορές μπορούμε να εντοπίσουμε το ασθενέστερο αστέρι, παρατηρώντας το φωτεινότερο, για περίοδο αρκετών χρόνων. Τα δύο αστέρια προφανώς έλκονται μεταξύ τους από τη δύναμη της βαρύτητας. Οταν, λοιπόν, ένα μικρό ασθενικό αστέρι κινείται γύρω από ένα μεγάλο και φωτεινό, και τα δύο περιστρέφονται γύρω από το κέντρο βάρους τους, το οποίο βρίσκεται κοντά στο μεγαλύτερο άστρο. Αυτό, από μακριά φαίνεται σαν το μεγάλο αστέρι να εκτελεί μια παλινδρομική κίνηση μπρος – πίσω στο διάστημα, με περίοδο χρόνων.

Τον 19ο αιώνα, ο μεγάλος Γερμανός αστρονόμος Φρίντριχ Μπέσσελ, ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε αυτή την τεχνική στα αστέρια. Με ακριβείς μετρήσεις που έκανε στις θέσεις πενήντα χιλιάδων άστρων, παρατήρησε ότι το φωτεινό άστρο Σείριος εκτελούσε μια αμυδρή ταλάντωση. Απ’ αυτό συμπέρανε πως υπήρχε και ένα άλλο, αόρατο αστέρι, ο Σείριος Β. Μόνο μετά το θάνατο του Μπέσσελ έγιναν τα τηλεσκόπια αρκετά ισχυρά, ώστε να δούμε τον Σείριο Β.

Οι πλανήτες προκαλούν παρόμοιες ταλαντώσεις, αν και μικρότερες. Ακόμη και η Γη υποχρεώνει τον Ηλιο να εκτελεί ένα τέτοιο ελαφρό λίκνισμα. Αφού όμως ο πλανήτης μας είναι το 1/300.000 της μάζας του Ηλιου, το κέντρο βάρους τους είναι το 1/300.000 της απόστασης, ανάμεσα στα κέντρα των δύο σωμάτων – δηλαδή αρκετά βαθιά στο εσωτερικό του Ηλιου.

Στην ουσία, οι πλανήτες δεν περιφέρονται κυριολεκτικά γύρω από τον Ηλιο. Περιφέρονται γύρω από το κέντρο βάρους ολόκληρου του ηλιακού συστήματος. Στην πραγματικότητα ο πλανήτης με τον σημαντικότερο ρόλο είναι αυτός με τη μεγαλύτερη μάζα, ο Δίας, ο οποίος είναι τριακόσιες φορές πιο βαρύς από τη Γη. Η μάζα του και η απόστασή του από τον Ηλιο είναι τέτοιες που το κέντρο βάρος του ζεύγους Ηλιου – Δία, βρίσκεται έξω από την επιφάνεια του Ηλιου.

Αν εξωγήινοι αστρονόμοι παρατηρούσαν τον Ηλιο μας, θα τον έβλεπαν να λικνίζεται ελαφρά μέσα στην περίοδο που χρειάζεται ο Δίας για να εκτελέσει μια πλήρη περιφορά. Με μετρήσεις, θα μπορούσαν μάλιστα να υπολογίσουν και τη μάζα του Δία. Για να ανιχνεύσουν όμως αυτή την ταλάντωση, θα έπρεπε να μπορούν να μετρήσουν μια αλλαγή 700.000 χιλιομέτρων στη θέση του Ηλιου – η οποία από αστρονομική άποψη, είναι πολύ μικρή.

Ωστόσο, δικοί μας αστρονόμοι έχουν αναζητήσει λικνίσματα άστρων, ελπίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα ανακάλυπταν πλανήτες. Υπήρξαν περιπτώσεις που νόμισαν ότι είχαν ανακαλύψει πλανήτες στο μέγεθος του Δία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις όμως, άλλοι αστρονόμοι δεν επιβεβαίωσαν την ανακάλυψη.

Οι μετρήσεις είναι πολύ δύσκολες και τα λάθη πολύ εύκολα. Ακόμα και η μικρότερη διαστολή ή συστολή του κρυστάλλου μιας φωτογραφικής πλάκας, μπορεί να δώσει λάθος πληροφορίες.

(Πηγή: ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ, Thomas R. McDonough, Εκδ. Κάτοπτρο)