Ενα έγκλημα που δεν απέδωσε δισεκατομμύρια ή ακόμη και εκατομμύρια δολάρια, ούτε ήταν ιδιαίτερα τολμηρό ή έξυπνο, ήταν όμως σχεδόν το τέλειο έγκλημα: αυτό που ο ένοχος παραμένει ασύλληπτος, όπως στην Ταξιαρχία των Στηθοδέσμων. Αυτό συνέβη με τις τρεις γυναίκες από τη Φλόριντα, που εργάζονταν στην τηλεφωνική εταιρεία Σάουθερν Μπελ και τους συνεργούς τους, και που σχεδόν τη γλίτωσαν.

Εκείνο τον καιρό, πριν από τα κινητά τηλέφωνα και τα καρτοτηλέφωνα, ο μόνος τρόπος να τηλεφωνήσει κανείς έξω από το σπίτι του ήταν να χρησιμοποιήσει ένα δημόσιο τηλέφωνο με κέρματα. Το 1950, τέτοια δημόσια τηλέφωνα με κερματοδέκτη, ή τηλεφωνικούς θαλάμους διέθετε το Ταχυδρομείο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες την υπηρεσία αυτή παρείχαν ιδιωτικές εταιρείες. Τα δημόσια τηλέφωνα στο Μαϊάμι της Φλόριντας ανήκαν στη Σάουθερν Μπελ, που έβγαζε πολλά κέρδη από τη λειτουργία τους. Χωρίς να το ξέρει η Εταιρεία, το ίδιο συνέβαινε με μερικές από τις εργαζόμενες σε αυτή. Το γεγονός ότι οι εργαζόμενες αυτές ήταν νέες και ελκυστικές πιθανόν εξηγεί γιατί δεν συνελήφθησαν νωρίτερα! Τη δεκαετία του 1950, η εμπλοκή των γυναικών σε εγκληματικές δραστηριότητες θεωρούνταν λιγότερο πιθανή, οπότε δεν γίνονταν έρευνες προς αυτή την κατεύθυνση. Μερικές φορές ο σεξισμός μπορεί να είναι προς όφελος των γυναικών!

Τα κέρματα από τα τηλέφωνα συλλέγονταν από ομάδες αντρών εργαζομένων, για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα «ξάφριζε» κανείς ένα μέρος τους, μεταφέρονταν απευθείας σε σφραγισμένα δοχεία, τα οποία τοποθετούνταν σε ένα θωρακισμένο όχημα για τη μεταφορά τους στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας. Επειδή εκεί ήταν το πιο πιθανό να «χαθούν» χρήματα, σε αυτή τη φάση η εταιρεία εφάρμοζε τα πιο αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Μόλις έφταναν με ασφάλεια στο κτήριο, τα χρήματα παραδίδονταν σε μια αίθουσα καταμέτρησης, όπου στο Μαϊάμι δούλευαν νεαρές γυναίκες, μεταξύ των οποίων η 23-χρονη Μπέτι Κόριγκαν και η 21-χρονη Μαρί Ορ. Η δουλειά των γυναικών ήταν να αδειάζουν τα σφραγισμένα δοχεία σε μηχανές αυτόματης καταμέτρησης, οι οποίες έδιναν στην εταιρεία την πρώτη επίσημη μέτρηση των ημερήσιων κερδών της από τα δημόσια τηλέφωνα.

Η επίβλεψη πρέπει, κατά πάσα πιθανότητα, να ήταν χαλαρή στην αίθουσα καταμέτρησης, και η Μπέτι και η Μαρί κατάλαβαν πως, αν μπορούσαν να κρύψουν κάποια από τα κέρματα και να τα βγάλουν έξω από το κτήριο πριν από την καταμέτρηση, η εταιρεία δεν θα είχε τρόπο να διαπιστώσει ότι λείπουν.

Στην πρώτη φάση του σχεδίου τους, έκρυβαν μερικά μασούρια κέρματα μέσα στον …στηθόδεσμό τους. Ενα μασούρι 60 κερμάτων των 25 σεντ, ζυγίζει 361,5 γραμμάρια και αξίζει $ 15. Αν κατάφερναν να αφαιρούν 10 μασούρια κάθε μέρα, θα έβγαζαν $ 150. Αργότερα, τα κορίτσια παραδέχτηκαν ότι κατάφερναν να αφαιρέσουν τέσσερα ως πέντε μασούρια ημερησίως. Ο σύγχρονος αναγνώστης ίσως σκεφτεί ότι ένας στηθόδεσμος δεν ήταν δυνατόν να σηκώσει αυτό το πρόσθετο βάρος, όμως δεν μιλούμε για τις σχεδόν αραχνοΰφαντες σημερινές δημιουργίες, αλλά για τους ενισχυμένους με σύρμα μυτερούς στηθόδεσμους, που φορούσαν και οι ηθοποιοί του κινηματογράφου.

Ηταν πολύ ριψοκίνδυνο για τις γυναίκες να φεύγουν από το κτήριο με τα κέρματα στα εσώρουχά τους καθώς υπήρχε κίνδυνος για «αποκαλύψεις», οπότε προτίμησαν μια πολύ πιο εύκολη και ασφαλή λύση, που τους επέτρεπε επίσης να κάνουν περισσότερες από μία παραδόσεις κερμάτων την ημέρα. Αφού αποθήκευαν τα κέρματα στον στηθόδεσμο, πήγαιναν στην τουαλέτα, όπου άδειαζαν την «μπάζα» και την έδιναν στη συνεργό τους, την Μπίλι Ρουθ Μακνάμπ, που περίμενε εκεί. Αυτή στη συνέχεια, έβγαζε λαθραία τα κέρματα έξω από το κτήριο, σε μια βαλίτσα. Ποτέ δεν αποδείχθηκε για πόσο καιρό γινόταν η κομπίνα και πόσα χρήματα κλάπηκαν. Η αστυνομία υπολόγισε ότι το ποσό μπορεί να ήταν αρκετές χιλιάδες δολάρια, αλλά η Σάουθερν Μπελ μπορεί, εσκεμμένα, να παραδέχθηκε ένα μικρό μέρος του συνόλου.

Η κομπίνα φαινόταν το τέλειο έγκλημα, αλλά πώς πιάστηκαν τα κορίτσια; Η 18-χρονη κουνιάδα της Μαρί Ορ, η Ρίτα, κατήγγειλε ότι έγινε κλοπή στο σπίτι τους. Η Μπέτι Κόριγκαν έτυχε να φτάσει εκεί καθώς ερχόταν η αστυνομία να ερευνήσει. Οταν έψαξαν το χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου της, βρήκαν βαλίτσες με περισσότερα από $ 4.000 σε κέρματα και $ 1.000 σε χαρτονομίσματα.

Μια και δεν ήταν πωρωμένοι εγκληματίες, η Μπέτι και η Μαρί ομολόγησαν την κλοπή χιλιάδων δολαρίων από την τηλεφωνική εταιρεία, με τα οποία αγόρασαν αυτοκίνητα και εξόφλησαν τα δάνειά τους. Επρόκειτο για το όνειρο κάθε αρχισυντάκτη, και όλες οι εφημερίδες έψαξαν να βρουν το καλύτερο όνομα για τη συμμορία. Στους Αμερικανούς παρουσιάστηκε ως «Η υπόθεση του ασημένιου ψεύτικου στήθους» και «Η συμμορία του στηθόδεσμου», αλλά το δημοφιλέστερο όνομα για την ομάδα προήλθε από ένα άρθρο που έγραφε: «Στην Ταξιαρχία των στηθοδέσμων του Μαϊάμι, η Δικαιοσύνη φέρθηκε σήμερα τόσο ελαστικά όσο τα αντικείμενα στα οποία μετέφεραν τη λεία τους».

Αν και τα κορίτσια είχαν ομολογήσει προφορικά το έγκλημα, και η αστυνομία είχε βρει περίπου $ 10.000 στην κατοχή των Ορ και Κόριγκαν, δεν υπήρχε απτός σύνδεσμος μεταξύ των χρημάτων και της τηλεφωνικής εταιρείας. Επιπλέον, η Σάουθερν Μπελ δεν μπορούσε να καθορίσει πόσα χρήματα έλειπαν ή ότι είχε κλαπεί ένα μέρος τους. Τα κορίτσια απέσυραν αμέσως τις ομολογίες τους, και είπαν ότι τα χρήματα ήταν δικά τους. Οι δικηγόροι τους απείλησαν να μηνύσουν την εταιρεία για άδικη απόλυση. Οταν όμως τα κορίτσια πήγαν στη δουλειά, τους απαγόρευσαν την είσοδο.

Παρόλο που τα κορίτσια είχαν αφεθεί ελεύθερα, ο δημόσιος κατήγορος της Κομητείας Ντέιντ διαβεβαίωνε ότι ήταν θέμα χρόνου να συγκεντρωθούν τα στοιχεία. Τελικώς, εντοπίστηκαν ασυμφωνίες μεταξύ των κλήσεων από δημόσια τηλέφωνα στο Μαϊάμι και των καταμετρημένων χρημάτων. Τα ποσά ήταν μικρά, αλλά αρκετά για να ξανασυλληφθούν οι γυναίκες και να τους απαγγελθεί κατηγορία για κλοπή μεγάλης αξίας.

Οι Ορ, Κόριγκαν και Μακνάμπ κρίθηκαν ένοχες και καταδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκιση και επιστροφή $ 24.118.

(Πηγή: ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)