Τον Μάιο του 1943, σε ένα στρατόπεδο εγκλεισμού, στο Δάσος Κατίν, που βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Δνείπερου, γερμανικές στρατιωτικές μονάδες ξέθαψαν πάνω από 4.000 πτώματα. Ολα είχαν εκτελεστεί με μια σφαίρα στο κεφάλι, και πολλά ήταν δεμένα πισθάγκωνα. Για το αποτρόπαιο, μαζικό έγκλημα, οι Ναζί κατηγόρησαν τους Ρώσους και οι Ρώσοι τους Ναζί.

Οι Γερμανοί ισχυρίσθηκαν πως, όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τον Σεπτέμβριο του 1939, την ανατολική πλευρά της Πολωνίας, 15.000 Πολωνοί, κυρίως αξιωματικοί, κρατήθηκαν στη σοβιετική Ουκρανία για ανάκριση και εκπαίδευση. Την ανάκριση ανέλαβε ο ταξίαρχος Ζαρούμπιν, της μυστικής σοβιετικής αστυνομίας, αλλά κρίθηκε ανεπιτυχής και οι φυλακισμένοι στάλθηκαν σε ξεχωριστά στρατόπεδα. Ενα απ’ αυτά ήταν το Κοζέλσκ, κοντά στο Κατίν. Οταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία – τον Ιούνιο του 1941 – οι Πολωνοί συμμάχησαν με τους Ρώσους. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ ζήτησε από τους Ρώσους διαβεβαιώσεις ότι δεν είχαν κακοποιηθεί οι Πολωνοί.

Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Σμόλενσκ τον Ιούλιο του 1941. Λίγο αργότερα, την άνοιξη του 1942, Πολωνοί μέλη της Οργάνωσης Τοντ, με τις μαρτυρίες χωρικών της περιοχής, ανακάλυψαν στο Δάσος του Κατίν, μικρό αριθμό πτωμάτων, τα οποία έθαψαν με στρατιωτικές τιμές. Το 1943 ήρθαν στο φως περισσότερα στοιχεία για τους μαζικούς ενταφιασμούς και τον Απρίλιο, ανακαλύφθηκαν 4.000 πτώματα, σε ορύγματα στο Δάσος του Κατίν. Εγγραφα, που βρέθηκαν πάνω στα πτώματα, απέδειξαν πως ήσαν οι Πολωνοί κρατούμενοι, για τους οποίους είχε ενδιαφερθεί ο Τσόρτσιλ. Τότε οι γερμανικές ανακριτικές αρχές συμπέραναν πως όλοι τους είχαν εκτελεσθεί από τους Ρώσους.

Οι Σοβιετικοί, μετά την ανακατάληψη του Σμόλενσκ τον Σεπτέμβριο του 1943, αρνήθηκαν κατηγορηματικά τις καταγγελίες, υποστηρίζοντας πως οι εκτελέσεις είχαν γίνει στο τέλος του 1941, και τα πτώματα ανήκαν σε Πολωνούς που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως εργάτες οδοποιίας στην περιοχή. Οι Ρώσοι υποστήριξαν πως οι Πολωνοί ήσαν ακόμα ζωντανοί όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το Σμόλενσκ, επικαλούμενοι πλήθος αυτοπτών μαρτύρων της περιοχής. Οι Σοβιετικοί υποστήριξαν πως οι Γερμανοί είχαν εσκεμμένα δέσει και εκτελέσει τους φυλακισμένους, προσπαθώντας με αυτή την αποτρόπαια πράξη να συκοφαντήσουν τους αντιπάλους τους και ότι, τελικά, οι σφαίρες με τις οποίες σκοτώθηκαν οι Πολωνοί ήταν μεγάλου διαμετρήματος, και άρα, γερμανικής προελεύσεως. Μετά τον πόλεμο, η σοβιετική εκδοχή της ιστορίας έγινε πιο πιστευτή, ύστερα από τις φοβερές αποκαλύψεις στο Αουσβιτς, στο Μπούχενβαλντ και στο Νταχάου, και όλη τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων.

Η εξόριστη στο Λονδίνο Πολωνική κυβέρνηση, έκανε αίτηση στον Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό στα τέλη του 1943, για επανεξέταση των τραγικών συμβάντων στο Δάσος του Κατίν. Οι Γερμανοί συμφώνησαν, αλλά οι Σοβιετικοί όχι μόνο απέρριψαν το αίτημα , αλλά διέκοψαν τι σχέσεις τους με τους Πολωνούς συμμάχους τους «διότι είχαν βοηθήσει και ενθαρρύνει τον Χίτλερ». Λίγο αργότερα, διόρισαν μια πολωνική κυβέρνηση – μαριονέτα στη Μόσχα. Οι Σοβιετικοί μάλιστα, επέμεναν ότι το θέμα δεν έπρεπε να ερευνηθεί περεταίρω.

Η εκδοχή των γεγονότων επαναλήφθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δε διαμφισβητήθηκε ιδιαίτερα από τους άλλους συμμάχους. Ετσι συμπεριλήφθηκε στις αφηγήσεις που ίσχυαν στα μεταπολεμικά χρόνια.

Το 1989, οι Σοβιετικές αρχές παραδέχθηκαν ότι οι Ρώσοι ήσαν οι υπεύθυνοι για την εκτέλεση όλων αυτών των 15.000 ανθρώπων στο Δάσος του Κατίν.

(Στοιχεία έχουν ληφθεί και από το βιβλίο «Ανατρέποντας την Ιστορία», των Ράυνερ και Στάπλεϊ)