pos-i-ekklisia-voithise-diaxronika-to-kratos

Οι δωρεές και οι κληρονομιές βυζαντινών αξιωματούχων αλλά και πολλών πολιτών που γίνονταν μοναχοί και παραχωρούσαν περιουσιακά τους στοιχεία στην εκκλησία,

Οι δωρεές και οι κληρονομιές βυζαντινών αξιωματούχων αλλά και πολλών πολιτών που γίνονταν μοναχοί και παραχωρούσαν περιουσιακά τους στοιχεία στην εκκλησία, ήταν οι πρώτες πηγές δημιουργίας της τεράστιας περιουσίας της εκκλησίας.

Κατά την περίοδο του Βυζαντίου η Εκκλησία και το Κράτος ήταν δυο μορφές εξουσίας που στην ουσία συνδιοικούσαν την τότε αυτοκρατορία…
Αυτή η μορφή του πολιτεύματος κράτησε μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η πάλε ποτέ κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία αντικαταστάθηκε από μια διαφορετικής μορφής εξουσία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο ελληνισμός εντάχθηκε κάτω από μια σκληρή κεντρική διοίκηση.

Η υποδούλωση των Ελλήνων δημιούργησε συσπειρωτικές τάσεις προς επιβίωσή των. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής αναγνώρισε τον τότε πατριάρχη Γεννάδιο ως τον εκκλησιαστικό ηγέτη των Ελλήνων, οι οποίοι τον ανέδειξαν ατύπως και ως πολιτικό ηγέτη. Ετσι δημιουργήθηκε η Εθναρχία, δηλαδή η δημιουργία άτυπου κράτους μέσα στο κράτος. Ετσι λοιπόν κατά τη μακρά περίοδο των 400 χρόνων υποδούλωσης, η εκκλησία υπήρξε η πολιτική και η θεσμική εξουσία των Ελλήνων και αυτή που διέσωσε την ιστορική κληρονομιά του γένους.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυαρχίας ήταν όταν η κεντρική διοίκηση των Οθωμανών έβγαλε φιρμάνι για κατοχύρωση της περιούσιας στο οθωμανικό κράτος όταν πέθαινε ένας Ελληνας χωρίς απογόνους. Για να μη μεταβιβασθεί ελληνική περιουσία σε τουρκικά χέρια, οι άκληροι Ελληνες δώριζαν την περιουσία τους στην εκκλησία. Ετσι λοιπόν η εκκλησία βρέθηκε με μια τεράστια περιουσία που δεν θα την αποκτούσε ποτέ κάτω από άλλες συνθήκες.

Η εθνική παλιγγενεσία ήταν αποτέλεσμα του άσβηστου φωτός που διατήρησε η εκκλησία όλα αυτά τα χρόνια. Μετά την επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, μπήκε στο τραπέζι το ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών, αλλά και της σχέσης της εκκλησίας της Ελλάδος με το οικουμενικό πατριαρχείο.
Το 1833  τελικά ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της ελλαδικής εκκλησίας με βασιλικό διάταγμα και τρεις βασικούς άξονες.

1. το αυτοκέφαλο

2.το καισαροπαπικό σύστημα και

3.τη διάλυση των μοναστηριών.

Για τον τρίτο άξονα της πολιτειακής εξουσίας ψηφίσθηκε κατάργηση 534 ανδρικών μοναστηριών που είχαν κάτω από 6 μοναχούς και σχεδόν όλα τα γυναικεία. Δημεύτηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία τους και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε δωρεά. Το κράτος θα εκποιούσε την περιούσια αυτή και τα έσοδα θα ενίσχυαν τις δαπάνες για την παιδεία. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν και ο μοναχισμός να δεχθεί καίριο πλήγμα και η παιδεία να μην καρπωθεί τα αναμενόμενα μιας και οι επιτήδειοι φρόντισαν να ιδιοποιηθούν την τεράστια αυτή περιουσία.

Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, μετά τους βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 (“αγροτικός νόμος”) και άλλους μεταγενέστερους απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους “προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας”.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομμύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομμύρια οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία!
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργικής γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ και η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.

Το 1947 με νομοσχέδιο παραχωρείται η γεωργική και χορτολιβαδική περιουσία της εκκλησίας στους ακτήμονες με υποχρεωτική μίσθωση για δέκα χρόνια. Αργότερα η περιουσία αυτή απαλλοτριώθηκε ολοκληρωτικά και τα μοναστήρια έμειναν τελικά χωρίς περιουσία.
Το 1949 μετά τον εμφύλιο η κυβέρνηση κάλεσε τους πάντες να συμμετέχουν στην αποκατάσταση των πληγέντων από τον πόλεμο. Οι διαπραγματεύσεις με την εκκλησία κατέληξαν το 1952 με απόφαση παραχώρησης των 4/5 της αγροτολιβαδικής περιουσίας και αναγνώριση της κυριότητας της επί των υπολοίπων.

Εναν χρόνο μετά η πολιτεία αλλάζει τον νόμο και χαρακτηρίζει τα κτήματα της εκκλησίας σαν «διακατεχόμενα», δηλαδή η νομή της εκκλησίας είναι προσωρινή έως εμφανισθεί ο έχων την κυριότητα.

Με την από 18/9/1952 “Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων”, η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.

Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η “μισθοδοσία” των κληρικών από τον κρατικό προϋπολογισμό – του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 – ως υποχρέωσης του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο -όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 – συμφωνήθηκε να μισθοδοτούνται επ’ άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ’ αυτού.

 

Αντώνης Κρούστης

Fileleftheros1966.blogspot.com