Η εκλογική αναμέτρηση της 18ης Ιουνίου του 1989 μπορεί να χαρακτηριστεί από τις πλέον φανατισμένες της μεταπολίτευσης, με θερμά επεισόδια μεταξύ οπαδών των δύο αντιπάλων του δικομματισμού να αποτελούν καθημερινή είδηση. Περίπου μια εβδομάδα πριν τις εκλογές βρίσκομαι στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας στο Κάτω Χαλάνδρι ολομόναχος. Είμαι 20 ετών και… επίλεκτο μέλος της «γαλάζιας γενιάς». Κρατάω ένα γουόκι τόκι το οποίο ενημερώνει για νυχτερινά συμβάντα, προκειμένου να σπεύσουμε σε βοήθεια όπου τη χρειάζονταν ομοϊδεάτες μου (καμιά σχέση με τη «Χρυσή Αυγή», έτσι διεξαγόταν τότε ο προεκλογικός αγώνας). Ξαφνικά λαμβάνω ένα σήμα ότι ΟΝΝΕΔίτες έχουν πέσει θύμα ενέδρας και ξυλοδαρμού στην Αγ. Παρασκευή. Πριν προλάβω να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει έρχεται φουριόζος νεοδημοκράτης και, σχεδόν με τη βία, με επιβιβάζει στο παλιό FORD CORTINA του πατέρα μου και με οδηγεί προς τη λεωφόρο Μεσογείων με κατεύθυνση το σημείο που υποτίθεται δέχονταν επίθεση οι νεαροί της ΝΔ. Εγώ φοβάμαι αλλά πάλι για να μην θεωρηθώ ότι δειλιάζω υπακούω στα κελεύσματα του αφιονισμένου «συντρόφου» μου. Κατευθυνόμενοι με μεγάλη ταχύτητα στον δρόμο που πηγαίνει στον «Δημόκριτο» ο συνοδηγός μού κάνει νόημα να σταματήσω. Στο αμάξι επιβιβάζονται άλλοι δυο σωματώδεις νεαροί με κοντομάνικα μπλουζάκια του Παναθηναϊκού (;), ενώ παρατηρώ με αγωνία στον καθρέφτη έναν τρίτο να βρίσκεται σκυμμένος πίσω από το αυτοκίνητο. Πλέον περιθώρια αντίδρασης δεν υπάρχουν: Δεν γνωρίζω ούτε πού πάμε, ούτε τι γίνεται εκεί και ο φόβος κάνει την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.

Το επίμαχο σημείο που δήθεν δέρνονταν ΟΝΝΕΔίτες είναι ένα προεκλογικό περίπτερο του ΠΑΣΟΚ στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας το οποίο έχει γίνει σμπαράλια. Σκισμένες αφίσες του Ανδρέα Παπανδρέου και πράσινα πανό βρίσκονται πεταμένα στον δρόμο. Οι τραμπούκοι αποβιβάζονται από το αυτοκίνητό μου και τρέχουν προς τα εκεί. Αναγκάζομαι να πατήσω τέρμα το γκάζι και να απομακρυνθώ αμέσως από την περιοχή που έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη. Παρκάροντας αρκετά μακριά, αντιλαμβάνομαι τι συνέβαινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου: Μου είχαν με αυτοκόλλητα καλύψει τις πινακίδες…

Θα μπορούσα αυτοστιγμή να εξαφανιστώ από το… πεδίο δράσης αλλά η συνείδησή μου δεν μου το επιτρέπει. Προχωρώ πεζός προς το περίπτερο και μπαίνω άφοβα πια μέσα, ενώ απ’ έξω φανατισμένοι νεαροί έχουν στήσει χορό με συνθήματα και χειρονομίες. Μέσα βρίσκονται δύο μεσήλικες ΠΑΣΟΚτσήδες κατάχλομοι που επιχειρούν να επικοινωνήσουν με την αστυνομία. Πλησιάζω τον έναν που δικαιολογημένα με κοιτάζει καχύποπτα και του συστήνομαι ως μεγαλοστέλεχος της ΟΝΝΕΔ, παροτρύνοντάς τον να μην ανησυχεί. Και, απευθυνόμενος στους αγριεμένους νεαρούς που… χοροπηδάνε απ’ έξω τους λέω με ήρεμη αλλά και αυστηρή φωνή: «Τελείωσε, πάμε να φύγουμε, έληξε το πανηγύρι…».

Ο-πιο νηφάλιος τώρα- άγνωστος σε μένα ΠΑΣΟΚτσής με ρωτάει το όνομά μου. «Εσύ είσαι λογικός μού λέει…». Χαμογελάω και φεύγω μόνος μου, νιώθοντας ντροπή για όσα είχα αντικρίσει.

Επιστρέφοντας μόνος μου πια στο σπίτι αναλογιζόμουν όσα διάβαζα οκτώ χρόνια στο «Κεντρί» του Δημήτρη Ρίζου περί τραμπούκων και πρασινοφρουρών του ΠΑΣΟΚ. Ημουν βέβαιος πως και αυτοί υπήρχαν. Αλλά εκτός από το χρώμα δεν διέφεραν σε τίποτα από τους αντίστοιχους της Νέας Δημοκρατίας…

 

Άρης Νόμπελης