Χαρτιά πολυκαιρισμένα που φυλάχτηκαν με ευλάβεια σε οικογενειακά αρχεία και πέρασαν από τη μια γενιά στην άλλη: Ληξιαρχικά, τίτλοι ιδιοκτησίας, συμβόλαια, πωλητήρια, δωρητήρια, εξοφλητικά, προικοσύμφωνα, διαθήκες και κάθε λογής σημειώσεις. Εγγραφα που έρχονται από το παρελθόν και αποτελούν τεκμήρια της ιστορικής διαδρομής και της προκοπής των προγόνων. Ολα τους με τη γοητεία του παλιού και του αυθεντικού, αυτά όμως που αποπνέουν περισσότερο το «άρωμα» μια άλλης εποχής είναι τα προικοσύμφωνα.

Η προίκα -θεσμός αρχαίος και άγραφος νόμος του εθιμικού δικαίου στο χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής- αποτελούσε τη συμβολή της γυναίκας στο νέο σπιτικό και στις ανάγκες του κοινού βίου του ζευγαριού. Η μεταβίβασή της γινόταν συνήθως με προικοσύμφωνο, ένα γραπτό και ενυπόγραφο γαμήλιο συμβόλαιο ανάμεσα στην οικογένεια της κοπέλας και στον μέλλοντα σύζυγό της. Ωστόσο η προίκα δεν ανήκε στον γαμπρό (μόνο η επικαρπία των ακινήτων), αλλά παρέμενε ισοβίως στην κυριότητα της νύφης. Σε περίπτωση μάλιστα που η γυναίκα πέθαινε χωρίς παιδιά, έπρεπε να επιστραφεί στον προικοδότη ή στους πλησιέστερους συγγενείς!

Σε πολλές περιπτώσεις το προικοσύμφωνο περιλάμβανε και την προγαμιαία δωρεά του γαμπρού προς τη νύφη, που συνήθως ήταν μετρητά, σπανίως κάποιο ακίνητο και σχεδόν πάντα μικρότερης αξίας από την προίκα (εκτός κι αν η παρθενική ομορφιά της είχε κάψει την καρδιά ώριμου και πλούσιου άνδρα…). Αυτό το «αντιπροίκι» θεωρούνταν ως συμβολή της οικογένειας του γαμπρού στο νέο σπιτικό, παράλληλα όμως και μέσο εξασφάλισης της γυναίκας μετά το θάνατο του συζύγου της. Παρέμενε την κυριότητα και κατοχή της γυναίκας ακόμη και σε περίπτωση λύσης του γάμου.

Προικοσύμφωνα διαπιστώνονται και στη Μικρά Ασία, κυρίως στον αστικό χώρο. Ωστόσο υπήρχαν και περιοχές (όπως στη μακρινή Καππαδοκία) όπου η επίσημη καταγραφή της προίκας δεν ήταν γνωστή ή διαδεδομένη πρακτική. Εννοείται ότι το προικοσύμφωνο δεν ήταν υποχρεωτικό, ούτε άλλωστε και το δόσιμο της προίκας. Στα κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να προικίσουν τις θυγατέρες τους με πράγματα αξίας. Είτε δεν έδιναν προίκα είτε περιορίζονταν στα απολύτως χρειώδη της νοικοκυράς, τα οποία μεταβιβάζονταν χωρίς επίσημες πράξεις και συμβόλαια.

Στα νεότερα χρόνια, δηλ. από τα τέλη του 19ου αι., τα προικοσύμφωνα συντάσσονταν κατά κανόνα από το γραμματέα της τοπικής κοινοτικής αρχής, ο οποίος εκτελούσε και χρέη συμβολαιογράφου. Γι’ αυτό και έχουν την τυπική ομοιομορφία της συμβολαιογραφικής πράξης. Σε παλαιότερες εποχές βέβαια συντάκτης του εγγράφου ήταν ο επιχώριος ιερέας ή κάποιος που ήξερε γράμματα, γι’ αυτό και τα έγγραφα δεν έχουν κοινό τύπο.

Κατά τη διάρκεια της μνηστείας λοιπόν, συνήθως παραμονές του γάμου, συνέρχονταν στο γραφείο του γραμματέα ή σε κάποια οικία τα δύο συμβαλλόμενα μέρη: Από τη μια μεριά οι προικοδοτούντες, συνήθως οι γονείς της νύφης, κάποτε όμως και τα αδέλφια, άλλος συγγενής ή κηδεμόνας, ακόμη και το αφεντικό, σπανίως η ίδια η νύφη και μόνο αν βρισκόταν σε ώριμη ηλικία και αυτοπροικιζόταν. Από την άλλη ο γαμπρός, ενίοτε και οι γονείς ή κάποιος αντιπρόσωπός του. Παρόντες μπορούσαν να είναι και οι μάρτυρες των δύο πλευρών καθώς και οι δημογέροντες της κοινότητας.

Μετά την καταγραφή της προίκας του κοριτσιού και της προγαμιαίας δωρεάς, στις περιπτώσεις που υπήρχε κι αυτή, το προικοσύμφωνο υπογραφόταν από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και τους μάρτυρες και συνήθως επικυρωνόταν από τον αρχιερατικό επίτροπο ή και τον ίδιο τον μητροπολίτη. Ακολουθούσε η καταχώριση του εγγράφου στον κοινοτικό κώδικα, με την οποία το έγγραφο γινόταν έγκυρο και αποκτούσε ισχύ επίσημου συμβολαίου.

Τα προικοσύμφωνα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτούς που ασχολούνται με την ιστορία του δικαίου, με την οικονομία, τη λαογραφία, τη γλώσσα και ποικίλες άλλες όψεις μιας κοινωνίας του παρελθόντος. Μια συγχρονική και διαχρονική εξέταση των προικοσυμφώνων μιας κοινότητας, σε μια περίοδο μερικών δεκαετιών, παρέχει χρήσιμα συμπεράσματα για την εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου και του τρόπου ζωής, για τις κοινωνικές και ταξικές διαφοροποιήσεις, την κοινωνική κινητικότητα, τις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες κ.ά.