Θυμάμαι το νανούρισμα,

γριά μάνα κάποιο βράδυ

στα χέρια σα με κοίμιζες

αγνάντια στη φωτά.

 

«Κοιμήσου, γιε: Παράγγειλα

στην Πόλη τα πετράδια,

τα ρούχα σου στη Βενετιά».

 

Ώρες καλές, μανούλα μου:

Μ’ αφήκες γελασμένο.

Κι όπως βρισκόμουν κι έμεινα

στην πλάνα σου αγκαλιά,

χρόνια και χρόνια πέρασαν

κι ακόμα την προσμένω

την ψεύτικη παραγγελιά.

 

Ν. Πετιμεζάς – Λαύρας