Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου ένα υπέροχο και τόσο ρεαλιστικό κείμενο για όσους φεύγουν τη δύσκολη αυτή περίοδο στο εξωτερικό, προκειμένου να σπουδάσουν, να κάνουν μεταπτυχιακό, να βρουν δουλειά, να δημιουργήσουν ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Τολμώ να πω πως με το που τελείωσα να το διαβάζω , είχα δακρύσει, γιατί μέσα σ αυτό το κείμενο είδα όλους μου τους αγαπημένους φίλους και ανθρώπους που χρειάστηκε να σφιχταγκαλιάσω, να φιλήσω και να ψελλίσω το γραφικό, αλλά από καρδιάς δοσμένο “να σε προσέχεις, θα τα πούμε σύντομα” . Δεν ξέρω τι ταρακούνησε τόσο το φυλλοκάρδι μου, είναι λες που σκεφτόμουν τους φίλους μου που έχουν έρθει για “διακοπές” και σύντομα θα ξαναφύγουν, είναι που νόμιζα εγωιστικά πως πονάνε μόνο όσοι μένουν πίσω… Δεν ξέρω…

Ξέρω, όμως, πολύ καλά πώς είναι όταν μένεις πίσω. Είναι αυτό το αίσθημα μοναξιάς, ακόμη και όταν βρίσκεσαι καθισμένος ανάμεσα σε τεράστιες παρέες. Καταπίνεις σχόλια και αστεία γιατί νομίζεις πως εκείνοι δεν θα σε καταλάβουν όπως οι φίλοι σου, ή σκέφτεσαι τι θα έλεγαν εκείνοι αν τα άκουγαν την ίδια στιγμή, ενώ παράλληλα αποθηκεύεις τα πάντα, μικρά και μεγάλα, για να τα πεις μια και καλή μαζεμένα, εκεί που ξέρεις πως σίγουρα θα πιάσουν τόπο. Βέβαια, όταν έρχεται η ώρα να τα μοιραστείς, ετεροχρονισμένα πια και ίσως ξεχασμένα στη λεπτομέρειά τους, δεν τα λες καν και καταπίνεις τη θολή ανάμνηση, αφού σου αρκεί που έχεις απέναντί σου τον κολλητό σου, τη φυσική του παρουσία. Είσαι παντοδύναμος.

Σκέφτεσαι τι θα έλεγες και τι θα σχολίαζες αν ήταν εκεί οι φίλοι σου, και γελάς μόνος σου. Μπορεί και να πιάσεις τον εαυτό σου να κάνει μορφασμούς στη μέση του μετρό, στο θέαμα εκείνης της πολύ αστεία ντυμένης παχουλής σαρανταπεντάρας, που υπό άλλες συνθήκες θα είχες περάσει από κόσκινο. Όχι από κακία, ούτε από κουτσομπολίστικη διάθεση. Απλά και μόνο επειδή είναι οι φίλοι σου, ξέρουν την καρδιά σου και την πρόθεσή σου να αστειευτείς και όχι να κοροϊδέψεις. Δεν φοβάσαι, βλέπεις, μην παρεξηγηθείς. Άσε που σε κουράζει να εξηγείς με το στόμα. Ένα βλέμμα με τον καλό σου φίλο μεταφράζεται σε διάλεκτο που δεν μπορείς να διδάξεις.

Περνάς με το αμάξι από τα σημεία που μαζευόσασταν όλοι μαζί , το γνωστό “σημείο συνάντησης”, και αναρωτιέσαι πώς ξέμεινες εσύ μόνος σου, και αν περνάνε άραγε εκείνοι καλά εκεί που είναι τώρα. Σταματάς να κάθεσαι σε μαγαζιά που γέμιζες με το παρεάκι σου, όπως ακριβώς δεν θα πήγαινες ποτέ τον καινούριο σου έρωτα στο ίδιο μαγαζί που σύχναζες με την προηγούμενη μεγάλη σου αγάπη. Προσπαθείς να σχηματίσεις νέες γωνιές, νέα τραπέζια, νέες συνήθειες..Έλα μου όμως που είσαι ο ίδιος.

Πολλές ώρες σκέφτεσαι μυρωδιές και φωνές που δεν μπορούν να συλληφθούν στο ακέραιό τους από το τηλέφωνο, ή το skype. Μεταφράζεις στο μυαλό σου την ώρα και το χρώμα του ουρανού που εκείνοι αντικρίζουν, υπολογίζοντας πάντα τη διαφορά ώρας. Αν είσαι τυχερός, μπορεί και να υπάρχει πολύ μικρή διαφορά ώρας, ή ακόμη και καθόλου , οπότε αμέσως έχεις την ψευδαίσθηση ότι βρίσκονται πιο κοντά από ένα μακρινό Ελ. Βενιζέλος και ένα τουλάχιστον αεροπλάνο.

Μαζεύεις με κόπο τα λεφτά για ένα εισιτήριο που θα σου χαρίσει μερικές στιγμές με τους αγαπημένους σου φίλους, και ψάχνεις συνδυασμούς πτήσεων και πακέτα αεροπορικών εισιτηρίων μπας και καταφέρεις να κάτσεις λίγο παραπάνω. Θα μου πεις μια μέρα πάνω, μια μέρα κάτω… Θα σου απαντήσω θυμωμένα μια ολόκληρη μέρα πάνω, μια ολόκληρη μέρα κάτω. Ετοιμάζεις βαλίτσες με την ίδια ακριβώς χαρά που έχεις όταν πας διακοπές, και δυσκολεύεσαι να κοιμηθείς από τη χαρά σου. Και δεν μιλάω για το βράδυ πριν το ταξίδι, μιλάω για εβδομάδες ολόκληρες.

Υπολογίζεις τις συναντήσεις σας με αργίες, και χάνεις το μέτρημα στην καθημερινότητα, γιατί ο άτιμος ο καιρός δεν περνάει. Και πώς να δείξεις πόσο σου λείπει με τις χαζές λέξεις, και τα χαζά τραγούδια και τα ανόητα σύμβολα του υπολογιστή. Ποιος κάνει αγκαλιά από απόσταση και πώς να σου σταθώ εγώ έτσι όπως πρέπει όταν δεν είσαι δίπλα μου, να ακουμπήσεις επάνω μου;

Χαζεύεις με τις ώρες φωτογραφίες με τα καινούρια μέρη και τις καινούριες παρέες τους, και μετά το πρώτο παιδικό αίσθημα ‘ζήλειας’ ότι χαμογελάνε και χωρίς εσένα, χάνεσαι στο χαμόγελό τους και χαμογελάς κι εσύ. Σκέφτεσαι ότι είναι καλά, και πως τα βγάζουν πέρα, πως έχουν βρει φίλους, επιτυχία, αγάπη, έρωτα, ηρεμία.

Πέφτεις να κοιμηθείς και εύχεσαι να είναι καλά. Κοντά, μακριά, στην άκρη του κόσμου, αρκεί να είναι καλά και να έρθουν σύντομα ή να πας εσύ γρήγορα κοντά τους. Και ας κάνουν όνειρα που περιλαμβάνουν υγρασία εξωτερικού, κρύο, και πολλή βροχή. Δεν σε πειράζουν τα όνειρά τους. Τα όνειρά τους τα αγαπάς, και όσο τους έχεις δίπλα σου να στα αναλύουν, ανακαλύπτεις πως δεν αγαπάς τα όνειρά τους, αλλά εκείνους. Και μετά εσύ ξυπνάς. Και έρχεται η στιγμή που διαβάζεις με μια ανάσα ένα ρεαλιστικό κείμενο που μιλάει για αυτούς που φεύγουν. Τότε θυμάσαι ότι εσύ μένεις. Και τότε είναι που σε παίρνουν τα δάκρυα.

ΡΑΠΤΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ

*Αφιερωμένο