Η μελωδική γλώσσα του Στράους, εκπροσώπου της παραδοσιακής μουσικής σχολής, αποκάλυψε μια νέα διάσταση της συμφωνικής ποίησης, ενώ η όπερά του «Ο ιππότης με το ρόδο» (1911) είναι από τα αριστουργήματα του αιώνα.

Γιος ενός εξαίρετου μουσικού της ορχήστρας της Αυλής του Μονάχου, ο Στράους πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών, στο πλαίσιο μιας μουσικής παιδείας, άριστης, συντηρητικής και απόλυτα πιστής στη γερμανική παράδοση του 19ου αιώνα.

Το 1833 ο πατέρας του τον έστειλε στο Βερολίνο, όπου έγινε δεκτός στους σοβαρότερους καλλιτεχνικούς κύκλους και γνώρισε τον μεγάλο μαέστρο Χανς φον Μπίλοφ, ο οποίος αργότερα θα συμπεριλάμβανε πρώτος στο ρεπερτόριό του τη Σερενάτα αρ.7 του νεαρού Ρίχαρντ. Ο Στράους, που έκανε το ντεμπούτο του ως συνθέτης το 1884, με τη Σουίτα για πνευστά αρ. 4, διορίστηκε το 1885, με τη μεσολάβηση του Μπίλοφ, δεύτερος διευθυντής της ορχήστρας του Μάινιγκεν. Μετά από ένα μήνα, κέρδισε με την αξία του τη θέση του πρώτου διευθυντή της ίδιας ορχήστρας.

Η κλίση και η αγάπη του στην όπερα τον οδήγησε στο Μπάιροϊτ, όπου έμελλε να διαγράψει ως μαέστρος λαμπρή καριέρα – ξεκινώντας από τον «Ταγχόιζερ» του Βάγκνερ. Η πρώτη δική του λυρική σύνθεση, εμπνευσμένη από τα ταξίδια του στην Αίγυπτο, υπήρξε η όπερα «Γκούντραμ» που δόθηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 12 Μαΐου 1894, με την Πολίν ντε Ανά – μετέπειτα γυναίκα του – στον κύριο γυναικείο ρόλο. Ενα χρόνο μετά, τον Νοέμβριο του 1895, δόθηκε στο Μόναχο η πρεμιέρα ενός από τα πιο γνωστά σήμερα έργα του: του συμφωνικού ποιήματος «Τιλ Οιλενσπιγκελ». Οι επιτυχίες διαδέχονταν πια η μία την άλλη.

Μετά το θρίαμβο της όπερας «Σαλώμη» (1905), ο Στράους αποφασίζει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη σύνθεση. Αγοράζει ένα μέγαρο στο Γκάρμις, όπου και αποσύρεται. Εκεί τελειώνει το 1909 την «Ηλέκτρα» του, που παίζεται τον ίδιο χρόνο στο πλαίσιο της Εβδομάδας Στράους της Δρέσδης.

Στην ίδια πόλη ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1911 και «Ο ιππότης με το ρόδο» – ένα τρίπρακτο έργο, χαρούμενο, σε λιμπρέτο του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, με φόντο τη Βιέννη των χρόνων της Μαρίας Θηρεσίας. Ο μουσικός πλούτος και κυρίως τα βαλς του έργου ενθουσιάζουν το κοινό.

Από το 1917 ως και το 1924 ο Στράους είναι διευθυντής της Οπερας της Βιέννης, ενώ διδάσκει παράλληλα Σύνθεση στην Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου. Το 1935, μια επιστολή του Στράους προς το Αυστριακό, εβραϊκής καταγωγής, συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ – που του είχε γράψει το λιμπρέτο της όπερας «Η σιωπηλή γυναίκα» – πέφτει στα χέρια της Γκεστάπο. Η θέση του συνθέτη γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.

Ωστόσο, μένει στη Γερμανία και ζει τον πόλεμο και τη συντριβή της χώρας του. Βαθύτατα πληγωμένος που βλέπει τις μεγάλες Οπερες της χώρας να έχουν μετατραπεί σε «ερείπια», εγκαταλείπει το Γκάρμις όταν μπαίνουν οι Αμερικανοί και πηγαίνει στην Ελβετία, όπου με το έργο «Μεταμορφώσεις» (1945) εκφράζει μουσικά τη θλίψη του για το πλήγμα που δέχθηκε η γερμανική κουλτούρα. Τελικά όμως, θα ξαναγυρίσει στο Γκάρμις, όπου μετά από μια βαριά αρρώστια, θα τον βρει ο θάνατος στις 8 Σεπτεμβρίου του 1949, σε ηλικία 85 ετών.

Σπουδαίοι Συνθέτες Οπερας προ του 1945

Κλοντ Ντεμπισί 1862-1918

Εργάζεται πάνω σε πολλές όπερες, ολοκληρώνει όμως μόνο μία, την «Πελέας και Μελισσάνθη» (1902), που με τον χρωματικό πλούτο της μουσικής της ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου ονειρικού. Το έργο αυτό αποτελεί την κορυφαία στιγμή – αλλά και την αυλαία – της «Εμπρεσιονιστικής» περιόδου της μουσικής του Ντεμπισί.

Αλμπαν Μπεργκ 1885-1935

Αυστριακός, συνιδρυτής μαζί με το δάσκαλό του Αρνολντ Σένμπεργκ της λεγόμενης «Δεύτερης Σχολής της Βιέννης» που αποτολμά το πέρασμα στην ατονική μουσική. Η όπερα «Βότσεκ» του Μπεργκ (1925) θεωρείται ένα μουσικό ορόσημο, όπου τα φωνητικά μέρη είναι κάτι μεταξύ κοινής ομιλίας και μπελκάντο, ενώ στην όλη σύνθεση, η οποία στηρίζεται στη δωδεκατονική μέθοδο, γίνεται έντονα αισθητή μια ηθελημένη εισβολή τελείως παρωχημένων μουσικών στοιχείων.

Κουρτ Βάιλ 1900-1950

Ο Γερμανός συνθέτης πρωτοεμφανίζεται στο χώρο της όπερας το 1926 με τη μονόπρακτη δημιουργία του «Ο πρωταγωνιστής». Η πρακτική του Βάιλ, ο οποίος συνηθίζει να «παντρεύει» σύγχρονους μουσικούς ήχους με στοιχεία τζαζ, βρίσκει την κορύφωσή της στην «Οπερα της πεντάρας» (1928) που κάνει μαζί με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ .

Ντμίτρι Σοστακόβιτς 1906-1975

Το 1925, οπότε ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Ωδείο της Πετρούπολης, γράφει την πρώτη συμφωνία του. Πέντε χρόνια αργότερα (1930) γράφει την πρώτη του όπερα, «Η μύτη» που βασίζεται στη σάτιρα του Νικολάι Γκόγκολ. Η εύληπτη και συγκινησιακά φορτισμένη μουσική μιας άλλης του όπερας – «Λαίδη Μάκβεθ της περιφέρειας του Μτσενσκ» (1932) – κάνει τον Σοστακόβιτς πολύ αγαπητό στο ευρύ κοινό. Ο Στάλιν τον κατηγορεί για «τάσεις παρέκκλισης» και ο Σοστακόβιτς «επανορθώνει» το 1937 με την Πέμπτη Συμφωνία του.

(Εγκυκλ. ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)