Τον πρόδωσαν οι δικοί του, τον συνέλαβαν οι Αυστριακοί και τον σκότωσαν οι Τούρκοι στο Βελιγράδι, γιατί ονειρεύτηκε την ίδρυση Βαλκανικής Δημοκρατίας και αγωνίστηκε με όλα τα μέσα που διέθετε γι’ αυτή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας, που βρίσκεται στην περιοχή των αρχαίων Φερών. Υπέγραφε ως «Ρήγας Βελεστινλής». Για τη ζωή και τα συγγράμματά του έχουν γραφεί πολλά. Βασικός στόχος του ήταν να απελευθερώσει την Ελλάδα και τα άλλα βαλκανικά κράτη, με τη βοήθεια των Γάλλων, και να δημιουργήσει μια δημοκρατική βαλκανική ομοσπονδία. Οταν έκρινε ότι ήλθε η κατάλληλη ευκαιρία, ετοιμάστηκε να κατέβει στην Ελλάδα μέσω Τεργέστης. Θα σταματούσε πρώτα στη Βενετία, πιθανότατα για να συνομιλήσει με τον Ναπολέοντα. Από κει θα προχωρούσε στον ελλαδικό χώρο και θα ενεργούσε, ανάλογα με τις προθέσεις των κατοίκων της Ρούμελης, του Μοριά, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, των νησιών και της Μάνης. Σύμφωνα με τον Αυστριακό ανακριτή, θα επιχειρούσε πρώτα να ξεσηκώσει τους Μανιάτες, θα ελευθέρωνε την Πελοπόννησο και, στη συνέχεια, θα έκανε εκστρατεία στην Ηπειρο, για να ενώσει τους Μανιάτες με τους Σουλιώτες.

Το κακό ξεκίνησε από τη στιγμή που παρέδωσε το επαναστατικό έντυπο υλικό στον Αργέντη, φίλο του, που είχε κατάστημα στη Βιέννη, για να το στείλει ως εμπόρευμα στην Τεργέστη, προκειμένου να μην κινήσει υποψίες. Ο βοηθός του Αργέντη και μυημένος στην Εταιρεία Πέτροβιτς, γέμισε τρία κιβώτια και τα έστειλε στην Τεργέστη. Εκεί θα τα παραλάμβανε ο Αντώνιος Κορωνιός, που ήταν φίλος του Ρήγα, για να του τα παραδώσει αργότερα. Οταν έφτασαν τα κιβώτια, ο Κορωνιός έλειπε και τα παρέλαβε ο συνεταίρος του Δημήτρης Οικονόμου από την Κοζάνη. Αυτός μόλις διάβασε το περιεχόμενο και κατάλαβε ότι ετοιμαζόταν επανάσταση, φοβήθηκε μήπως τον ενοχοποιήσουν, κατήγγειλε το γεγονός στην αστυνομία και παρέδωσε το υλικό. Μερικοί υποστηρίζουν ότι ο Οικονόμου ήταν μυημένος στην Εταιρεία, και για προσωπικούς του λόγους την πρόδωσε, ενώ άλλοι διαφωνούν με αυτή την άποψη.

Οποια κι αν είναι η αλήθεια, μόλις ο Ρήγας έφτασε στην Τεργέστη (19 Δεκεμβρίου 1797), συνελήφθη από τον διοικητή Brigido στο ξενοδοχείο του. Αφού ανακρίθηκε για περίπου δέκα μέρες, οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στη Βιέννη, για να συνεχισθεί η ανάκριση. Τη νύχτα της 30ής Δεκεμβρίου, με ένα μαχαιράκι που είχε μαζί του, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά δεν το κατόρθωσε. Η μεταφορά του αναβλήθηκε μόνο προσωρινά.

Μαζί του είχαν συλληφθεί και οι συνεργάτες του: Αργέντης (έμπορος από τη Χίο), Δημήτρης Νικολίδης (γιατρός από την Ηπειρο), Παναγιώτης Εμμανουήλ (λογιστής του Αργέντη από την Καστοριά), Ιωάννης Εμμανουήλ (φοιτητής ιατρικής και αδελφός του Παναγιώτη), Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζας (από τη Σιάτιστα, έμπορος στην Πέστη), Αντώνης Κορωνιός (από τη Χίο, έμπορος στην Τεργέστη), Ιωάννης Καρατζάς (καντηλανάφτης από τη Λευκωσία της Κύπρου) κ.ά.

Τελικά, τον Απρίλιο του 1798, ο Φεραίος και οι σύντροφοί του, με τη συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος, οδηγήθηκαν στο Βελιγράδι και παραδόθηκαν στον εκεί τούρκο διοικητή. Σαράντα μέρες έμειναν φυλακισμένοι, κάτω από άθλιες συνθήκες, περιμένοντας τις εντολές της Πύλης. Η παράδοση λέει πως υπήρξαν πολλοί Τούρκοι αξιωματούχοι που ενδιαφέρθηκαν για την απελευθέρωση των φυλακισμένων, όπως ο Αλή πασάς και ο Πασβάνογλου πασάς του Βιδινίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Αυστριακοί ζητούσαν από τους Τούρκους να προχωρήσουν σε συμπληρωματικές ανακρίσεις, γιατί υποπτεύονταν ότι πίσω από τους συνωμότες κρυβόταν ο ίδιος ο Ναπολέοντας, άρα το θέμα ήταν γενικότερο. Ανακρίσεις, βέβαια, δεν έγιναν γιατί οι Τούρκοι έσπευσαν να εκτελέσουν τους φυλακισμένους τον Ιούνιο του 1798.

Ο τρόπος θανάτωσης του Ρήγα δεν είναι εξακριβωμένος. Διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις με βάση σχετικά έγγραφα ή προφορικές μαρτυρίες. Σύμφωνα με τον αυστριακό συνταγματάρχη Σχερτς, η Πύλη διέταξε τον στραγγαλισμό του μαζί με τους συντρόφους του στο Βελιγράδι και να διαδοθεί ότι σκοτώθηκαν γιατί δήθεν πήγαν να αποδράσουν. Μια δεύτερη εκδοχή από εφημερίδα του Γκρατς είναι ότι οι φυλακισμένοι απέδρασαν, αλλά στην προσπάθειά τους να περάσουν τον Δούναβη, πνίγηκαν.

Σύμφωνα με ένα γερμανικό περιοδικό, ο Νικολίδης γιάτρεψε τον Τούρκο πασά και αυτός, από ευγνωμοσύνη, άφησε τις πόρτες της φυλακής ξεκλείδωτες για να αποδράσουν. Απέδρασαν, αλλά πνίγηκαν όταν διέσχιζαν τον Δούναβη.

Σύμφωνα με τον σέρβο αξιωματικό και ποιητή Δραγάσεβιτς, οι τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου βασάνιζαν τον Ρήγα επί πολλές ημέρες, για να μαρτυρήσει τους συνεργάτες του. Αυτός όμως, πριν τον συλλάβουν οι Αυστριακοί, είχε προλάβει να καταπιεί τα σχετικά έγγραφα. Οταν είδαν ότι δεν κατόρθωναν να τον κάμψουν, τον έδεσαν σφιχτά ανάμεσα σε δυο σανίδες και άρχισαν να τις πριονίζουν, αρχίζοντας από τα πόδια. Αλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι, επειδή προσπάθησαν να τον σώσουν ο Αλή πασάς και ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, ο διοικητής του Βελιγραδίου διέταξε να τον αποκεφαλίσουν αμέσως, μαζί με τους συντρόφους του, έστειλε τα κεφάλια στην Πόλη, έριξε τα σώματα στον Δούναβη και έγραψε στους δύο πασάδες ότι τα γράμματά τους ήρθαν καθυστερημένα.

(Πηγή: Ελλήνων Επιφανών Θάνατοι, Γ. Μ. Γρυντάκης, Εκδ. Σαββάλας)