Πριν περάσουμε στα καθ’ ημάς, ας παραθέσουμε κάποια βασικά στοιχεία για τη Ρουμανία. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά Βαλκάνια και έχει συνολική έκταση 238.391 km2. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2011), ο πληθυσμός της είναι 20.121.641 κάτοικοι και έχει δημοκρατικό πολίτευμά. Τα ρουμανικά ανήκουν στην οικογένεια των λατινογενών γλωσσών, ενώ οι Ρουμάνοι θεωρούν εαυτούς απογόνους των Ρωμαίων στρατιωτών στη ρωμαϊκή επαρχία της Δακίας (εξ ου και το όνομά τους). Το εθνικό νόμισμα είναι το leu (πληθυντικός lei, άλλως RON) του οποίου η ισοτιμία με το ευρώ είναι περίπου 1 ευρώ = 4,5 lei.

Σάββατο, 12/4/2014      Αθήνα-Βουκουρέστι

Η 7ήμερη ταξιδιωτική μας περιπέτεια στη Ρουμανία ξεκίνησε το πρωινό του Σαββάτου του Λαζάρου. Απογειωθήκαμε από το Ελευθέριος Βενιζέλος στις 8:20 π.μ. και 105 λεπτά αργότερα, προσγειωθήκαμε στο Διεθνές Αεροδρόμιο Henri Coandă στην περιοχή Otopeni, 16 χιλιόμετρα έξω από το Βουκουρέστι. Παρότι η Μαργιάννα εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την ασφάλεια του μικρού αεροσκάφους, δεν αντιμετωπίσαμε δυσκολίες και αφίχθημεν σώοι,  αβλαβείς και έτοιμοι για δράση.

Αφού παραλάβαμε τις αποσκευές μας, μετέβημεν στο πάρκινγκ του αεροδρομίου όπου παραλάβαμε το ήδη μισθωθέν αυτοκίνητο που μας συνόδευσε καθ’ όλη την εβδομάδα. Πρώτος προορισμός μας, – τι άλλο; – το επονομαζόμενο “Παρίσι των Βαλκανίων”.

Το Βουκουρέστι είναι η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη της Ρουμανίας με πληθυσμό 2.151.880 κατοίκους (2011). Σύμφωνα με τον μύθο, πήρε το όνομά της από έναν βοσκό με το όνομα Μπουκούρ (Bucur) – στα Ρουμανικά σημαίνει “χαρά” – ο οποίος έπαιζε φλάουτο τόσο υπέροχα, ώστε βοσκοί και χωρικοί μαζεύονταν από τις γύρω περιοχές για να τον ακούσουν. Μαγεμένοι από το ταλέντο του, έμεναν μέρες ολόκληρες κοντά του, έτσι που στο τέλος έχτισαν εκεί μια πόλη που προς τιμήν του ονομάστηκε Μπρασόβ. Όχι βέβαια! Βουκουρέστι.

Ας αφήσουμε όμως το μύθο και ας περάσουμε στην πραγματικότητα, μια πραγματικότητα, κάπως διχασμένη…

Η πόλη του Βουκουρεστίου είναι δισυπόστατη. Είναι ένα παράξενο αμάλγαμα, ένας άλλος Ιανός, με το ένα πρόσωπο να ατενίζει τη Δύση, προσπαθώντας να θυμηθεί το απώτερο παρελθόν και να σχεδιάσει το μέλλον και το άλλο να παραμένει πεισματικά καρφωμένο προς μια Ανατολή που επιθυμεί διακαώς να ξεχάσει. Κάποια της σημεία, όπως το καλαίσθητο ιστορικό της κέντρο, θυμίζουν αβίαστα τις κεντρικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ κάποια  καταθλιπτικά κτίσματα, ιδανικές επιτομές της κοσμοθεωρίας του ανατολικού μπλοκ, παραπέμπουν στο σκληρό, άνυδρο παρελθόν του απολυταρχικού καθεστώτος του Νικολάι Τσαουσέσκου.

Αυτή η περίεργη αίσθηση κυριαρχεί σε κάθε γωνιά της πόλης: πίσω από τα νεοκλασικού τύπου αρχιτεκτονήματα του απώτερου παρελθόντος, προβάλλουν οι γκρίζες πανομοιότυπες πολυκατοικίες των πιο πρόσφατων ετών και ακόμη πιο πίσω από αυτές, τεράστιοι γυάλινοι ουρανοξύστες.  Η περίεργη αυτή αίσθηση σε καταλαμβάνει, ακόμη κι είσαι ένας απλός επισκέπτης.

Όλα αυτά όμως, ίσως είναι κάπως πρόωρα… Προς το παρόν ας επιστρέψουμε στο αυτοκίνητό μας, που έπειτα από 20 λεπτά πλησιάζει στα προάστια.

Μπαίνοντας στην πόλη, περνάει κανείς από τη βόρεια πλευρά της, στην οποία βρίσκονται μερικές πλούσιες μονοκατοικίες λουσμένες στα δέντρα και στο πράσινο – ας πούμε πως θυμίζει λίγο Κηφισιά.

Μια και ήταν ακόμη νωρίς και είχαμε στη διάθεσή μας αρκετό χρόνο, μέχρι την ώρα που θα παραλαμβάναμε το δωμάτιο του ξενοδοχείου (πολλή παραλαβή την πρώτη ημέρα), αποφασίσαμε να αρχίσουμε αμέσως την περιήγησή μας στην πόλη.

Πρώτος μας σταθμός η Οικία του Ελεύθερου Τύπου που σήμερα φιλοξενεί τα γραφεία των εφημερίδων της πόλης. Παλαιότερα ονομαζόταν “Σπίτι της Σκουντέι”, της επίσημης εφημερίδας του κομμουνιστικού καθεστώτος, γεγονός που αντικατοπτρίζεται πλήρως στη στιβαρή αρχιτεκτονική του κτιρίου.

roumania-01

Εν συνεχεία κατεβήκαμε οδικώς την οδό Κισέλεφ, που πήρε το όνομά της από τον Ρώσο Διοικητή των Στρατευμάτων Κατοχής που διέταξε την κατασκευή της, με σκοπό την ευκολότερη διέλευση των στρατιωτών του. Από φιλαυτία και μόνον, έδωσε στην οδό το όνομά του, εντούτοις ενεργώντας ως εκπρόσωπος του πνεύματος της ταπεινότητας, δε θα αναφέρω το πλήρες του όνομά, ξεκάθαρα από λόγους ανερυθρίαστης εκδίκησης.

Στον δρόμο μας περάσαμε από την πλατεία όπου υψώνεται η 26 μέτρων αψίδα του θριάμβου που κατασκευάστηκε, όπως μάλλον όλες, με πρότυπο την  αυθεντική στο Παρίσι (δεν αποτελεί βέβαια τον μοναδικό λόγο για το προσωνύμιο του Βουκουρεστίου) και συνεχίσαμε μέχρι την πλατεία της Νίκης, όπου και σταθμεύσαμε εκ νέου. Στη μια πλευρά της δεσπόζει το Παλάτι της Νίκης, όπου σήμερα αποτελεί την έδρα του Πρωθυπουργού και του Υπουργικού Συμβουλίου της Ρουμανίας. Δυστυχώς δεν είχα πάρει μαζί μου μια φανέλα της εθνικής Ελλάδος, να την κάνω δώρο στον Βίκτορα. Αγαπητέ Βίκτωρ, ελπίζω να μη νευριάσεις τώρα που θα το διαβάζεις. Ίσως την επόμενη φορά…

Περπατώντας προς τα πάνω, την οδό Κισέλεφ, φτάσαμε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γκριγόρε Αντίπα, το οποίο σε λίγους μήνες κλείνει τα 180 του έτη! Όπως πάντα, οι επισκέψεις σε μουσεία φυσικής ιστορίας προσφέρουν εκτός από γνώσεις και ψυχαγωγία!

Εν μέσω μαθητών μικρών σχολικών τάξεων αλλά και μεμονωμένων επισκεπτών, περιπλανηθήκαμε στις διάφορες αίθουσες του μουσείου με αξιόλογα πανοράματα από την πανίδα του πλανήτη μας, με κορωνίδα τον μοναδικό στον κόσμο άθικτο σκελετό του δεινόσαυρου  “Deinotherium Gigantissimum” που φιλοξενείται στο μουσείο.

roumania-02

Πέραν του παραπάνω εκθέματος, το πιο ενδιαφέρον για μικρά και… μεγαλύτερα παιδιά, ήταν ένα σημείο με αποτύπωμα δύο ποδιών μπροστά σε μία οθόνη, που προβάλλει τον χώρο. Όταν ο επισκέπτης πατά πάνω τους, βλέπει στην οθόνη ένα κεφάλι Τυραννόσαυρου να βγαίνει από το δεξί μέρος της οθόνης και να τον τρώει, εν μέσω κεραυνών! Έτσι, για να νιώσουμε λίγο πρωταγωνιστές του Jurassic Park!

Αμέσως πιο πάνω, στην οδό Κισέλεφ βρίσκεται το Μουσείο του Χωρικού, ένα λαογραφικό μουσείο το οποίο μάλιστα φιλοξενεί στις αίθουσές του ολόκληρα ξύλινα σπίτια της ρουμανικής υπαίθρου, μέχρι και ανεμόμυλο. Έχοντας ψηφιστεί Ευρωπαϊκό Μουσείο της χρονιάς για το – μακρινό είναι η αλήθεια – 1996, οι προσδοκίες μας ήταν μεγάλες. Πλην όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν ευοδώθηκαν.

roumania-03

Αυτό που προσπαθεί να παρουσιάσει το συγκεκριμένο μουσείο, να μας ταξιδέψει δηλαδή στο παρελθόν της ρουμανικής υπαίθρου, θεωρώ πως το καταφέρνει πολύ καλύτερα το υπαίθριο Μουσείο του Χωριού για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω.

Το Μουσείο Γεωλογίας που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, βάσει αποκλειστικών πληροφοριών, δε διεκδικούσε δάφνες ποιότητας, οπότε αρκεστήκαμε να θαυμάσουμε απλώς και μόνο την εξωτερική του όψη.

Καθώς η ώρα είχε φτάσει περίπου 4μ.μ. (ώρα κλεισίματος των περισσοτέρων μουσείων), πήραμε το αυτοκίνητο και κατεβήκαμε την περίφημη οδό της Νίκης (“Calea Victorei”). Περάσαμε οδικώς από το ιστορικό κέντρο της πόλης και είδαμε φευγαλέα, ως άλλοι ιμπρεσιονιστές, μια σειρά από σημαντικά κτίρια θαυμάσιας αρχιτεκτονικής, στα οποία θα επανέλθουμε αργότερα.

Φτάνοντας στην οδό Elisabeta στρίψαμε δεξιά και σε λίγο είδαμε από μακριά το τεράστιο Παλάτι του Κοινοβουλίου. Έχοντάς το, ως σημείο  αναφοράς μας, περάσαμε πάνω από τον ποταμό Dambovita που διαπλέει το Βουκουρέστι και βρήκαμε αμέσως το ξενοδοχείο μας.

Μετά την απαραίτητη τακτοποίηση στο δωμάτιο αλλά και λίγη ανάπαυση – είχε φτάσει πια το δείλι – αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο προς το ιστορικό κέντρο και να επισκεφτούμε τις Στοές Μάκα και Βιλλακρός προς πόση και βρώση.

Το εγχείρημά μας όμως αποδείχτηκε πιο δύσκολο από… τις ασκήσεις επί χάρτου. Αφού επισκεφτήκαμε μια υπεραγορά μεγάλης αλυσίδας (αν και τους προσεγγίσαμε ευγενικά, δεν εδέησαν να μας χρηματίσουν, οπότε δεν τους κάνουμε διαφήμιση) και εφοδιαστήκαμε με τα απαραίτητα, προσπαθήσαμε εις μάτην να βρεθούμε και πάλι στην οδό Νίκης. Λόγω παραδρομής και αποπροσανατολισμού (το Βουκουρέστι δεν έχει σε καμία περίπτωση τη ρυμοτομία της Σπάρτης), ανεβοκατεβαίναμε μια μεγάλη λεωφόρο, νομίζοντας λανθασμένα πως είναι άλλη, με αποτέλεσμα να μάθουμε – χωρίς καθόλου τέτοια να είναι η πρόθεσή μας – την ανατολική πλευρά της πόλης. Ο χάρτης που είχαμε ήταν τουριστικός κι όχι οδικός (μέγα λάθος), ενώ δεν είχαμε ούτε GPS με χάρτη της Ρουμανίας (έτι μεγαλύτερο).

Εμπιστευόμενοι τη λαϊκή ρήση “ρωτώντας πας στην πόλη” και δη στο ιστορικό της κέντρο, αρχίσαμε να ρωτάμε τους Ρουμάνους για οδηγίες, και διαπιστώσαμε πως, αν και πρόθυμοι να μας εξυπηρετήσουν, οι περισσότεροι δε γνωρίζουν αγγλικά. Το αποτέλεσμα ήταν να προσπαθούμε να βγάλουμε ανεπιτυχώς άκρη από τις χειρονομίες τους και την όλη γλώσσα του σώματος και, εν τέλει, φτάσαμε στον αρχικό μας προορισμό – τις Στοές για όποιον δικαιολογημένα το ξέχασε – αρκετή ώρα μετά… χωρίς καν να μάθουμε “οι Ιθάκες τι σημαίνουν”. Εν πάση περιπτώσει, ο τολμών νικά ή, αν έτσι το θέλετε, απλώς ο νόμος της απιθανότητας βρήκε ακόμη μία εφαρμογή του.

Ελήλυθεν λοιπόν η… νόστιμη νυξ κι έχοντας σταθμεύσει το αυτοκίνητο σε ένα στενάκι, παράλληλο της οδού Νίκης (σημειωτέον: άσχετη με αυτή της Θεσσαλονίκης), περπατήσαμε τροχάδην – λόγω του κρύου – μέχρι τις Στοές. Στον δρόμο μας, περάσαμε από την πλατεία της Επανάστασης και θαυμάσαμε φωταγωγημένα το Ρουμανικό Αθήναιον, την Κεντρική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, το Βασιλικό Παλάτι, την Εκκλησία του Κρετσουλέσκου και το, αμφιβόλου (οποιασδήποτε) αισθητικής, Μνημείο της Αναγέννησης.

Λίγη υπομονή ακόμα και φτάσαμε επιτέλους στις Στοές Μάκα και Μιλάκρος, οι οποίες είναι ουσιαστικά δύο πεζόδρομοι, σκεπασμένοι με γυάλινη οροφή. Κάναμε μια βόλτα και είδαμε τα διάφορα καφέ και τα μικρά εστιατόρια, αρκετά γεμάτα από φοιτητόκοσμο. Μας άρεσαν ιδιαίτερα οι κουβερτούλες που υπήρχαν στα καθίσματα για να προστατεύουν τους πελάτες από το κρύο, το οποίο, αν και έκοβε, δεν ήταν διόλου αμελητέο.

Η απόπειρά μας να καθίσουμε έξω από ένα μικρό καφέ απότυχε εν τη γενέση της και εν τέλει ανεβήκαμε τα σκαλιά ενός παραδοσιακού… κινέζικου εστιατορίου στον πρώτο όροφο! Η επιλογή μας αποδείχθηκε σωστή, αφού, αν και τσιμπημένο για τα Ρουμανικά δεδομένα, το φαγητό ήταν πολύ ικανοποιητικό – άλλωστε όταν πεινάς πολύ, όλα τα φαγητά είναι νόστιμα.

Το βράδυ τελείωσε με την επιστροφή μας στο ξενοδοχείο, χωρίς περαιτέρω δυσκολίες και την απαραίτητη νυχτερινή κατάκλιση.

Κυριακή, 13/4/2014 – Βουκουρέστι

Κυριακή των Βαΐων λοιπόν και, όπως έλεγε ο συγγραφέας πασίγνωστης σειράς κόμιξ, “Μια νέα μέρα ξεκινά, στην ομορφότερη πόλη του κόσμου…” το Βουκουρέστι! (Εντάξει, ο  Goscinny είναι – Δεν τα πήραμε ούτε εδώ μεν, λατρεύουμε Αστερίξ δε!) Έχοντας γεμίσει της μπαταρίες μας,  αποφασίσαμε να επισκεφτούμε το ιστορικό κέντρο, επιτέλους πεζή και υπό το φως της ημέρας.

Να ‘μαστε λοιπόν πρωί πρωί και πάλι στην πολυαγαπημένη μας πια οδό Νίκης, έχοντας σταθμεύσει το αυτοκίνητο στην κατηφορίτσα, πίσω από το Σπίτι της Οικονομίας και της Κατανάλωσης.

roumania-04

Το συγκεκριμένο κτίριο χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Paul Gottereau και αποτέλεσε την έδρα της πρώτης τράπεζας της Ρουμανίας για περισσότερο από έναν αιώνα. Από αισθητικής και αρχιτεκτονικής απόψεως, ήταν το αγαπημένο μου κτίριο.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου και λίγο προς τα βόρεια, τα μάτια μας έπιασαν ασυνήθιστη κίνηση: αρκετοί πιστοί συνέρεαν σε μια μικρή εκκλησία, ρυθμού Μπρανκοβεάν (ο συγκεκριμένος ρυθμός αναμειγνύει βυζαντινά και δυτικά στοιχεία με Ρουμανικά πολιτιστικά στοιχεία). Ειρήσθω εν παρόδω, οι Ρουμάνοι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι σε ποσοστό 87% και αρκετά θρήσκοι. Λόγω της γιορτής δε, οι πιστοί κρατούσαν βάγια, ενώ άναβαν κεριά σε ειδικούς για τον σκοπό αυτόν υποδοχείς, τοποθετημένους έξω από την εκκλησία.

Όταν μπήκαμε στον ναό, η λειτουργία βρισκόταν σε εξέλιξη και  ανακαλύψαμε με μεγάλη μας έκπληξη πως η εκκλησία είναι αφιερωμένη στους Αγίους Κυπριανό και Ιουστίνη (για όσους έχουν την σπάνια ευτυχία να μη με γνωρίζουν, το αξιομνημόνευτο όνομα “Κυπριανός” φέρει μετά τιμής ο μικρότερος αδελφός μου – όχι, δεν έχω μεγαλύτερο). Δεν παραλείψαμε, βεβαίως βεβαίως, να προμηθευτούμε τις απαραίτητες εικονίτσες για την επιστροφή μας,

Δίπλα στον ναό και ακριβώς απέναντι από το Σπίτι της Οικονομίας και της Κατανάλωσης, βρίσκεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το οποίο όμως άνοιγε στις 10 πμ… και ακόμη ήταν νωρίς!

Μέχρι να ανοίξουν οι πύλες, περπατήσαμε στην οδό Νίκης, στρίψαμε στον πεζόδρομο και μπήκαμε στην περιοχή Λιπτσάνι, την αντιπροσωπευτικότερη περιοχή του ιστορικού κέντρου. Ονομάστηκε έτσι από τον μεγάλο αριθμό εμπόρων που κατέφταναν εδώ από τη Λειψία, μαζί με Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους κ.λ.π. και αποτέλεσε, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, το εμπορικό κέντρο της πόλης.

Περάσαμε μπροστά από το νεοκλασικού ρυθμού κτίριο της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας και μπήκαμε στην παράλληλη οδό Σταυροπόλεως. Εκεί βρίσκεται φυσικά και η περίφημη Εκκλησία της Σταυροπόλεως (Biserica Stavropoleos).

roumania-05

Πρόκειται για μια πολύ μικρή εκκλησία που ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη ομορφιά και την απλότητα της. Χτίστηκε το 1724, κατά την εποχή της κυριαρχίας του Φαναριώτη βασιλιά Νικόλαου Μαυροκορδάτου, από τον Έλληνα μοναχό και αρχιμανδρίτη Ιωάννη Στρατονικέα.

Κατά την επίσκεψή μας εν ώρα λειτουργίας, δεν μπορέσαμε δυστυχώς να θαυμάσουμε το εσωτερικό της, καθώς η ατμόσφαιρα ήταν κυριολεκτικά αποπνιχτική. Πολύ πιο όμορφα και νηφάλια, νιώσαμε ασυζητητί στο περιστύλιο του προαύλιου χώρου, δίπλα στην εκκλησία.

Συνεχίζοντας τον δρόμο μας για την οδό Νίκης και το Ιστορικό Αρχαιολογικό Μουσείο, καθώς η ώρα πλησίαζε 10 πμ, κάναμε μια μικρή στάση στο Ζυθοπωλείο Κάρου και Μπέρε, ένα από τα παλαιότερα της πόλης, με ιδιαίτερο διακοσμητικό στυλ, που παρέμεινε αναλλοίωτο στον χρόνο.

Η ώρα πια είχε φτάσει 10 και το Ιστορικό Αρχαιολογικό Μουσείο είχε ανοίξει επιτέλους τις πόρτες του.

roumania-06

Η μόνιμη έκθεση περιλαμβάνει μία πιστή αναπαράσταση της Κολώνας του Τραϊανού, του Ρωμαίου αυτοκράτορα που στα 101-106 μ.Χ. κατέκτησε τους Δάκους, αρχαίους πρόγονους των Ρουμάνων, τα πολύ εντυπωσιακά Βασιλικά Κοσμήματα της Ρουμανίας, καθώς και τα 12 εναπομείναντα κομμάτια της συλλογής Πιετροασάλε του 4ου αιώνα μ.Χ.

Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση μας έκανε το γεγονός πως, πέραν της αίθουσας που φιλοξενεί το αντίγραφο της Κολώνας του Τραϊανού – η οποία ομολογουμένως στα… νιάτα της θα πρέπει να ήταν ιδιαιτέρως εντυπωσιακή – όλες οι πληροφορίες ήταν αποκλειστικώς και μόνο στη ρουμανική γλώσσα. Ελπίζω πολύ σύντομα να διορθωθεί αυτή η αβλεψία, διότι αφαιρεί – αδικαιολόγητα – πολλούς πόντους από την αξία επισκεψιμότητας του μουσείου.

Στις 11 π.μ., μετά από πολλή θέαση και λίγη ανάγνωση κι έχοντας ολοκληρώσει την επίσκεψή μας στο Ιστορικό Αρχαιολογικό Μουσείο, συναντηθήκαμε στα σκαλιά του με τον Ρουμάνο συνάδελφο Luca και την κοπέλα του, Anna. Κάνοντας μια βόλτα στο ιστορικό κέντρο, περάσαμε έξω από τα ερείπια του Παλατιού και της Εκκλησίας της Παλιάς Πριγκιπικής Αυλής, τα δύο παλιότερα αξιοθέατα του Βουκουρεστίου. Το παλάτι χτίστηκε τον 15o αιώνα από τον Βλαντ Τσέπες (Vlad Tepes) τον 3ο (τον γνωστό μας Κόμη Δράκουλα) και αποτέλεσε για τέσσερις αιώνες την έδρα των ηγεμόνων της Βλαχίας. Στην παρακείμενη εκκλησία της Πριγκηπικής Αυλής γίνονταν οι στέψεις των πριγκήπων της Βλαχίας (όσο κι αν το “Word” μου κοκκινίζει το “πρίγκηπας», εγώ θα συνεχίσω πεισματικά να το γράφω τοιουτοτρόπως – νάτο πάλι!).

Σε ένα ζεστό και φιλόξενο, κοντινό εστιατόριο, το φιλικό ζευγάρι μας κέρασε ένα “early lunch”, αποτελούμενο από νοστιμότατη τοματόσουπα,  κεφτέδες στη σχάρα (κεμπάμπ) και ως επιδόρπιο, παραδοσιακό papanasi (λουκουμάς από ανθότυρο), με γαρνιτούρα από σοκολάτα… Όλα τα πιάτα ήταν ιδιαίτερα εύγευστα!

Σε αυτό το σημείο επιτρέψτε μου έναν γλωσσολογικό συνειρμό του οποίου φυσικά την εγκυρότητα, δεν είμαι σε θέση να επαληθεύσω. Οι μικροί κεφτέδες στη σχάρα ονομάζονταν “mic” – “mic” (προφέρεται: “μιτς”) στα Ρουμανικά σημαίνει “μικρός”! Μητσής στα Κυπριακά, σημαίνει μικρός, εξ αυτού μητσικουρούι κ.λ.π. Θεωρώ αρκετά πιθανό να  υπάρχει κάποια σχέση – με πάσα επιφύλαξη.

Με τον Luca και την Anna, συζητήσαμε για ποικίλα θέματα και πήραμε πληροφορίες εκ των έσω για την ιστορία της χώρας, το παρόν, το πρόσφατο παρελθόν επί κομμουνιστικού καθεστώτος του Νικολάι Τσαουσέσκου, τη Στεάουα Βουκουρεστίου κ.λ.π. (στο σημείο αυτό, δεν παρέλειψα να τους αναφέρω μια ιστορία που κυκλοφορεί ευρέως στους ολυμπιακούς κύκλους – προσοχή, όχι τους 5!)

Όταν τους εκφράσαμε την απορία, πώς είναι δυνατόν δίπλα στα τόσο υπέροχα, καλαίσθητα κτίρια του ιστορικού κέντρου, να υψώνονται εξαμβλώματα όπως οι καταθλιπτικές και ζοφερές πολυκατοικίες του κομμουνιστικού καθεστώτος, ο Luca μας είπε πως ο Τσαουσέσκου, για λόγους ρήξης με το δυτικό παρελθόν και προσανατολισμό της χώρας, είχε ισοπεδώσει μεγάλο τμήμα του ιστορικού κέντρου, το οποίο άλλωστε – όπως όλα – θεωρούταν κρατική ιδιοκτησία και στη θέση του είχε ανεγείρει αυτά τα στιβαρά κτίσματα.

Μετά την πτώση του καθεστώτος, κάποιοι από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, έχουν ξαναγίνει κύριοί τους μέσω δικαστικών αγώνων και τα έχουν αναμορφώσει, πλην όμως, πολλές από τις δίκες τελούν ακόμη εκκρεμούν.

Η άκρως ενδιαφέρουσα κι εποικοδομητική συζήτηση συνέχισε για ώρα και, μεταξύ άλλων, το φιλικό μας ζευγάρι μας πρότεινε να επισκεφθούμε το εξαιρετικό υπαίθριο Μουσείο του Χωριού. Ακόμη κι όταν τους είπαμε πως, αμέσως μετά, σχεδιάζαμε να επισκεφθούμε το Παλάτι του Κοινοβουλίου, επέμειναν ευγενικά.

Η ώρα είχε φτάσει 2 παρά και ήταν φανερό πως δεν μπορούσαμε να επισκεφτούμε αμφότερα τα μουσεία. Εμπιστευτήκαμε εν τέλει την πρότασή τους και αφήσαμε την επίσκεψη του περίφημου Παλατιού του Κοινοβουλίου για την τελευταία ημέρα, πριν την αναχώρηση. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, η επιλογή μας ήταν σωστή, καθόσον την τελευταία ημέρα έβρεχε με το τουλούμι και δεδομένου ότι ο Κριστιάν με τη βάρκα του ήταν μακριά (θα αναφερθούμε σχετικώς στο δεύτερο μέρος), η επίσκεψη στο υπαίθριο Μουσείο του Χωριού, θα ήταν αδύνατη.

Αφού προμηθευτήκαμε έναν αξιόλογο οδικό χάρτη της Ρουμανίας, αφήσαμε την Anna κοντά στο σπίτι της και φτάσαμε οδικώς στην οδό Κισέλεφ. Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο σε ένα ιδιαίτερο πάρκινγκ, για το οποίο – όσο κι αν με πιέζετε – δε θα σας αποκαλύψω περισσότερα και, κάπου εκεί, έξω από το υπαίθριο Μουσείο του Χωριού (Muzeul Satului), αποχαιρετήσαμε και τον Luca.

Αν και αρχικά ήμασταν κάπως επιφυλακτικοί, το μουσείο μας αποζημίωσε στο έπακρο! Σκεφτείτε μια μεγάλη ανοικτή έκταση, γεμάτη επισκέπτες, όπου παρουσιάζονται περισσότερα από 300 ξύλινα σπίτια, ανεμόμυλοι, εκκλησίες και άλλες κατασκευές αντιπροσωπευτικές της υπαίθρου της Ρουμανίας.

Πολλά από τα κτίρια είναι αυθεντικά και μεταφέρθηκαν σε κομμάτια στον χώρο του μουσείου απευθείας από την ύπαιθρο, ενώ σχεδόν κάθε ξύλινη κατασκευή προέρχεται από διαφορετική περιοχή της χώρας! Αξίζει να τονιστεί ότι το Μουσείο του Χωριού είναι το μεγαλύτερο του είδους του στην Ευρώπη.

Όπως μας είχε ήδη ενημερώσει ο Luca, η συγκεκριμένη έκταση παλαιότερα ήταν έλος. Η ρουμανική βασιλική οικογένεια αποξήρανε την περιοχή και παραχώρησε όλη την έκταση για τη δημιουργία του υπαίθριου μουσείου, κρατώντας μόνο ένα μεγάλο οικόπεδο στη μέση. Στον χώρο αυτόν κτίστηκε μια κατοικία για τη βασιλική οικογένεια, εν είδει κάστρου. Με αυτόν τον πολύ έξυπνο και συμβολικό τρόπο, αναβίωσε κάτι από το παρελθόν.

Το μουσείο πάντως είναι όντως εξαιρετικό και νιώθεις κυριολεκτικά  σαν να κάνεις έναν υγιεινό  περίπατο πίσω στον χρόνο. Μόλις βγήκαμε από τα όρια του μουσείου, συνεχίσαμε τη βόλτα μας στο πάρκο Ερεστρέου (Herastrau), το οποίο έχει συνολική έκταση 200 περίπου εκτάρια και διαθέτει δυο μεγάλες λίμνες και πλούσιο φυσικό περιβάλλον, κατάλληλο για τις καθημερινές “αποδράσεις” των ντόπιων. Η ηλιόλουστη ημέρα μας βοήθησε πολύ να χαλαρώσουμε και να ετοιμαστούμε για τη συνέχεια!

 

(συνεχίζεται…)

Σπυρίδων Παπαλέξης