Από το σπίτι φεύγει αξημέρωτα. Και επιστρέφει κατάκοπη μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Απλώς για να κοιμηθεί. Καθημερινές και Σαββατοκύριακα- καμιά διαφορά, το ίδιο αποκαμωμένη. Σαν το καράβι που δεν μπορεί να αγκυροβολήσει λόγω της θαλασσοταραχής, κινείται αδιάκοπα λες και ψάχνει απάνεμο λιμάνι ν’ αράξει. Μα τα χρόνια είναι δύσκολα, οι ευκαιρίες σπανίζουν και οι δουλειές παραμένουν δυσεύρετες.

Παλιότερα εργαζόταν σε μια οικονομική εφημερίδα. Κι εκεί τα χρήματα δεν ήταν πολλά και τα μπόνους της, παρά τις σπουδαίες επιδόσεις, ψίχουλα. Αλλά τουλάχιστον ζούσε αξιοπρεπώς. Στην πορεία τής έγινε μια καλή πρόταση. Την αποδέχθηκε και αποχώρησε από την εφημερίδα για μια ολοκαίνουργια πρόκληση. Τζάμπα ο κόπος. Η πρόκληση αποδείχθηκε σκέτη αποτυχία και η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας βρέθηκε πάλι μόνη να ψάχνει. Της πρότεινα να επιχειρήσουμε να φτιάξουμε κάτι μαζί. Κάτι που μπορεί να έλυνε το οικονομικό της πρόβλημα για πάντα. Αλλά από τη γνωριμία μας μεσολάβησε μια δεκαετία και ο αδυσώπητος χρόνος προσπερνάει εκείνη και τα όνειρά της.

Γυρίζω πολλά χρόνια πίσω. Στις πρώτες της δουλειές. Σε καθαρά αντρικές δουλειές. Ασφάλειες σε συνεργεία αυτοκινήτων. Εισαγωγή και εμπορία κρεάτων στου Ρέντη. Η μοναδική μέσα σε τόσα αρσενικά. Κι ύστερα η περιπέτεια με τα λεφτά της. Που εξανεμίστηκαν μια ωραία πρωία χωρίς να το αντιληφθεί και, το κυριότερο, να τα ξοδέψει!

Ο πατέρας της θα αρρωστήσει το 1992 από έναν τύπο λευχαιμίας. Αλλά είναι γερή κράση και διαψεύδει συνεχώς τους γιατρούς. Οδηγεί μηχανή έχοντας υποστεί… εγκεφαλικό!!! Και πηγαινοέρχεται καβάλα στο μηχανάκι του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Δεν φοβάται ταλαιπωρίες και κακουχίες-έχει συνηθίσει στην Κατοχή και στον εμφύλιο αλλά κι αργότερα όταν βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων και το επίσημο κράτος δεν του το συγχώρησε ποτέ.

Κι ενόσω περίμεναν τον άτυχο πατέρα να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, ξαφνικά, ένα θλιμμένο μαγιάτικο απόγευμα Σαββάτου θα φύγει ξαφνικά η μητέρα της. Θα χάσει τον κόσμο από τα πόδια της. Θα την πνίξουν οι ενοχές γιατί πιστεύει ακόμη πως η μάνα της πήγε αλλού με το παράπονο.

Έτσι, στον ανήσυχο ύπνο της τα βράδια κλαίει. Φωνάζει «μαμά». Παραμιλάει. Νομίζω πως δεν θα το ξεπεράσει ποτέ. Συχνά πετάγεται όρθια κεντρισμένη από τρομακτικούς εφιάλτες. Αλλά και ξύπνια αναπολεί. Μιλάει για τη μητέρα της στον ενεστώτα σαν να προσπαθεί να τη ζωντανέψει ξανά.

Λυπάμαι. Δεν μπορώ να την καταλάβω αλλά στεναχωριέμαι. Κλαίω κρυφά για να μην με δει. Επιχειρώ να την παρηγορήσω με λόγια που μάλλον δεν πιστεύω βαθιά μέσα μου ούτε εγώ: «Θα την ξαναδείς μια μέρα…».

Αν της προσφέρω λίγα λεφτά για οποιονδήποτε λόγο, συγκινείται και η φωνή της σπάει. Νιώθει υποχρεωμένη. Το ίδιο όμως κι εγώ. Γιατί ώρες-ώρες νομίζω πως με ανέχεται και αναρωτιέμαι πώς με αντέχει. Ορθολογικά μιλώντας τής έδωσα τα πάντα και κατέστρεψα ανεπανόρθωτα την ψυχική μου ηρεμία. Αλλά πάλι αισθάνομαι ότι δεν έχω κάνει τίποτα γι’ αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα. Είναι φορές που πιστεύω ακράδαντα πως νιώθει αφόρητη μοναξιά. Παράδοξο, γιατί δεν σε αφήνει να την πλησιάσεις και να κοιτάξεις μέσα της. Κανέναν δεν αφήνει. Ούτε τις πολυαγαπημένες της αδελφές.

Έχω ένα κάρο παράπονα να της παραθέσω. Όμως, ίσως και να την αδικήσω. Ο εκρηκτικός της χαρακτήρας και ο απαράμιλλος δυναμισμός της είναι αξιοθαύμαστος. Αλλά και συνάμα κουραστικός. Είναι διαφορετικό να βρίσκεται στο πλάι σου στον χρυσοποίκιλτο θρόνο κι άλλο να κάθεται αυτή εκεί κι εσύ να είσαι όρθιος-μιλάω, φυσικά, μεταφορικά. Το γνωρίζουμε πλέον καλά πως είμαστε εντελώς αταίριαστοι. Δυο διαφορετικοί κόσμοι που ένας θεός ξέρει πώς ανταμώσανε. Στον δικό της αξιακό κώδικα θαρρώ πως τα προτερήματά μου βρίσκονται πολύ χαμηλά. Μοιάζει να ψάχνει κάτι τελείως αλλιώτικο. Αυτό το προσλαμβάνω σαν υποτίμηση. Ξέρει να επιβραβεύει. Όμως, το κάνει σπάνια και σχεδόν σιωπηλά. Έτσι ανεπαίσθητα δεν το αντιλαμβάνομαι και πληγώνομαι. Φθάσαμε και στον πυρήνα του προβλήματος. Ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα χαμηλή αυτοεκτίμηση όπως εγώ επιζητεί διαρκώς την επιβεβαίωση, ακόμη κι αν αυτή κρύβεται μέσα σε φανταχτερά λόγια θαυμασμού. Αλλά τέτοια δεν βγαίνουν από το στόμα της. Κι αυτό με αποθαρρύνει περισσότερο.

Δεν γνωρίζω το τέλος αυτής της περίεργης ιστορίας. Η ζωή είναι ο καλύτερος σεναριογράφος. Ό,τι και να συμβεί, είναι βέβαιο πως την εκτιμάω, τη σέβομαι και την αγαπάω. Αγνοώ τη γνώμη των τρίτων, θετική ή αρνητική. Εμπιστεύομαι τη δικιά μου κρίση. Αυτή άλλωστε με οδήγησε στα σκαλοπάτια του Αγ. Αθανασίου. Όπου την έκανα γυναίκα μου…

 

Ρένος Μπαλής