Η κυρία με τα γκρίζα και με τ’ ασημωτά μαλλιά στεφάνι στο κεφάλι, παράτησε ήσυχα-ήσυχα το πλέξιμό της στην καρέκλα της σκηνής, απόθεσε το κουβαράκι της με το κομμένο νήμα και σηκώθηκε να φύγει. Κάποιον είχε δει να της γνέφει στην κουΐντα, κάποιον αόρατο για τους συναδέλφους της. Εναν οδηγό της σκηνής; Ισως. Τον μεγάλο και σκοτεινό οδηγό της σκηνής που ρυθμίζει τις εισόδους και εξόδους του κόσμου τούτου. Η Σαπφώ Αλκαίου, ωραία, αξιοπρεπής, γκρίζα κι ασημένια σκιά, διέσχισε προχθές το βράδυ για τελευταία φορά το σανίδι του ελληνικού θεάτρου κι απεχώρησε. Αυλαία.

Ετσι τη θυμόμαστε όσοι είχαμε την τιμή, την ευτυχία, να ζήσουμε κοντά της. Ετσι, στη ζωή, τη ζωή της σκηνής, που είναι μια αναδίπλωση, μυστικό καθρέφτισμα του καθημερινού βίου. Ερχότανε και καθόταν στην καρέκλα της, την ώρα της πρόβας, λιγάκι αποτραβηγμένη, ώσπου να φτάσει το μέρος της. Επλεκε, σεβαστή δέσποινα, πρόγονος ιερή, τριγυρισμένη από την ευλάβεια, το σιωπηλό θαυμασμό. Πλάι της, με σεμνή αφέλεια, είχε παρατήσει, καθώς σ’ ένα καλαθάκι εργοχείρου, τους θριάμβους της, ένα ολάκερο κεφάλαιο από την Ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Ποιος ο λόγος να τους υπενθυμίσει; Ηταν αλησμόνητοι. Αλλοι συνάδελφοί της, και νεότεροι πολύ, υπογράμμιζαν τους δικούς τους, διεκδικούσαν τίτλους, δικαιώματα. Αυτή σώπαινε και περίμενε ήσυχα τη σειρά της. Για να την υπηρετήσει. Γιατί ήταν υπηρεσία και μεγίστη, αυτή που προσέφερε η Σαπφώ Αλκαίου κάθε φορά που σηκωνόταν από την απλή, κοινή καρέκλα της σκηνής. Εκανε δυο βήματα μέσα στη φωτισμένη περιοχή κι αμέσως έφερνε μαζί της την αλήθεια, τη ζωντανή αίσθηση της ανθρωπιάς, τη ζέστα της ψυχής, μιαν ευλογία. Ο,τι ως εκείνη τη στιγμή ήταν «υπόκριση», καλή ή κακή υπόκριση, έπαιρνε μονομιάς τον αλάθητο ήχο του αυθεντικού. Από πού τραβούσε τους εξαίσιους, αβίαστους εκείνους τόνους της καρδιάς; Από το ένστικτό της, ένα ένστικτο απαράμιλλο. Καμιά αισθητή προσπάθεια, κανένας αμετουσίωτος μόχθος. Υπάρχουν ηθοποιοί που «μπαίνουν στο πετσί» του ρόλου τους και άλλοι, όπως η Σαπφώ Αλκαίου, που βγάζουν το ρόλο μέσα απ’ το δικό τους αίμα.

Ενα βράδυ, στο θέατρο της Ομονοίας. Χωμένος στο κάθισμά του ο υπογραφόμενος, με την ντροπαλή αξιοπρέπεια των μικρών παιδιών, αγωνιζόταν να κρύψει από τους διπλανούς τα δάκρυα και τ’ αναφιλητό του. Παίζανε τον «Πόλεμο» του Αρτσιμπάτσεφ, με τη Σαπφώ Αλκαίου στο ρόλο της μάνας. Τώρα, εβάδιζε σταθερά προς τους ρόλους που θα ήταν το επιστέγασμα της σταδιοδρομίας της, γινότανε duegne. Κάθε λογής. Ρόλοι ηλικιωμένης κυρίας στα κοσμικά δράματα, αλλά και ρόλοι κωμικής καρατερίστας, λαδικού της ελληνικής ηθογραφίας. Τραγικές βασίλισσες, αλλά και καθημερινές, μικροαστές κυράδες. Η εκπληκτική Μάρθα Οουεν, της Αννας Κρίστι, η σπαρταριστή κυρα-Κατίνα στο Φυντανάκι , και η ευγενική, σεπτή δέσποινα στην Ρονκάλενα του Βασιλικού. Απειροι ρόλοι. Μάνα, Ελληνίδα ή ξένη, αριστοκράτισσα ή λαϊκή, η Σαπφώ είχε, δεν ξέρουμε ποιαν, απλή, σεμνή ιερότητα και τη μετέφερε αυτόματα σε κάθε της δημιουργία. Μια ευγένεια που ήταν άρωμα και φως και ύφος. Μια ευγένεια που δικαίωνε εσωτερικά και τα πιο αδικημένα και τα πιο διασυρμένα πλάσματα της ποιητικής φαντασίας, γιατί έδειχνε να τρεμολάμπει μέσα τους η λαγαρή σπίθα της ανθρωπιάς.

Τι ήταν ακριβώς το παίξιμό της; Ρεαλιστικό; Ποιητικό; Νατουραλιστικό; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Αληθινό και τίποτ’ άλλο, αληθινό όμως με την αλήθεια εκείνη της Τέχνης που εντείνει, συμπυκνώνει, λαμπικάρει την αλήθεια της ζωής. Στα μάτια του αμύητου, ένα τέτοιο παίξιμο φαίνεται «φυσικό». Φυσικό στην Τέχνη είναι ένας αναβαθμός του τεχνικού. Με τη διαφορά πως σε μερικά οικοδομήματα φαίνονται ακόμα τ’ αχνάρια της σκαλωσιάς, ενώ σ’ άλλα θαρρείς πως το σύνολο βγήκε αυτούσιο, οργανικά, αυτοδύναμα, μέσα απ’ τα χέρια του πλάστη. Αλλού έχετε χτίσιμο κι αλλού βλάστηση. Για καλλιτέχνες της ολκής μιας Σαπφώς Αλκαίου η τέχνη μπορεί να φαίνεται, υποκειμενικά, φυσική. Για μας όμως αντικειμενικά το να τη λέμε φυσική, δηλαδή στα μέτρα μας, ανάλογη με τις δυνατότητές μας, την καθημερινή συμπεριφορά μας, είναι απλούστατα βλάσφημος λόγος.

Τώρα, η Σαπφώ Αλκαίου έφυγε. Το ελληνικό σανίδι, το μαρτυρικό σανίδι, απομένει έρημο από τη σκιά της. Στις κουΐντες δεν θα ξαναλάμψει το μητρικό της χαμόγελο. Η πλατεία δεν θα ξανακούσει τους θερμούς τόνους της φωνής της. Ηταν μια μεγάλη πρόγονος, μέλος της βασιλογενιάς που αποσύρεται λίγο-λίγο, μπαίνει στην Ιστορία. Χάνουμε μαζί της ένα δώρο του Θεού, κάτι από την εξαίσια δύναμη να κλαίμε ή να γελάμε. Το ελληνικό θέατρο κήδεψε τη μητέρα του. Σφαλίστηκαν τα χείλη που έλεγαν, χρόνια και χρόνια, υπομονετικά, τρυφερά, το εξαίσιο παραμύθι…

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ