Όπως γνωρίζουμε το έθνος του Ισραήλ είναι διασκορπισμένο σε όλο τον κόσμο και έχει ενσωματωθεί σε διάφορες τοπικές κοινωνίες, επιδεικνύοντας μεγάλη οικονομική δραστηριότητα και επιρροή στις παγκόσμιες εξελίξεις. Ας δούμε, ειδικότερα, ποια ήταν η παρουσία και η ένταξή του στη βυζαντινή κοινωνία και ποια ήταν η αντιμετώπιση των Εβραίων από τους χριστιανούς.

Οι Εβραίοι προέρχονται από την Κάτω Μεσοποταμία. Nομαδικός λαός σημιτικής καταγωγής, ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, τη γεωργία και τη μεταλλουργία. Από την Ελληνιστική ήδη περίοδο διασκορπίστηκαν σχεδόν σε όλες τις ελληνικές περιοχές, όπως για παράδειγμα τη Μακεδονία, την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη[1], την Κρήτη[2], τις Σέρρες, την Αττάλεια, την Έφεσο[3], την Κόρινθο, τη Χαλκίδα, την Κωνσταντινούπολη, τα νησιά Χίο, Σάμο, Ρόδο[4] και αλλού. Στην Κωνσταντινούπολη οι Εβραίοι κατοικούσαν στην Εβραϊκή Σκάλα.

Γενικότερα, θα λέγαμε ότι το βυζαντινό κράτος ήταν πάντα ανεκτικό απέναντι στην εβραϊκή κοινότητα. Η διαφορετικότητα, όμως, των δύο θρησκειών (της χριστιανικής και της ιουδαϊκής) οδήγησε στην απομόνωση των Εβραίων από τη βυζαντινή κοινωνία, κυρίως επειδή θεωρούνταν υπεύθυνοι για τη σταύρωση του Χριστού[5].

Ο Θεοδόσιος Α’ (379-395), όπως και οι περισσότεροι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, έθεσε περιορισμούς στους Εβραίους. Συγκεκριμένα, τους απαγόρευσε να έχουν χριστιανούς δούλους και να παντρεύονται χριστιανούς. Ωστόσο, ένας νόμος του έτους 393 όριζε ότι η ιουδαϊκή θρησκεία ήταν ανεκτή και ότι δεν επιτρεπόταν η καταστροφή των ιουδαϊκών συναγωγών από τους χριστιανούς[6]. Επομένως, ο Θεοδόσιος αφενός κράτησε μια ανεκτική στάση απέναντί τους και αφετέρου περιόρισε την κοινωνική τους δράση.

Ανάλογα αισθήματα είχαν και οι Εβραίοι προς τους χριστιανούς, καθώς προκαλούσαν αρκετά προβλήματα, παρεμβαίνοντας στις υποθέσεις της Αυτοκρατορίας. Το 502, όταν αυτοκράτορας ήταν ο  Αναστάσιος Α’ (491-518), ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Πέρσες. Ο Πέρσης βασιλιάς Καβάδης Α’ απαίτησε να επαναληφθεί η καταβολή του ετήσιου φόρου που κατέβαλλαν οι Βυζαντινοί στους Πέρσες, όπως είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στα δύο κράτη κατά τα έτη 363 και 464. Ο Αναστάσιος δεν δέχτηκε και ξέσπασε πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι Εβραίοι επιχείρησαν να βοηθήσουν τους Πέρσες να καταλάβουν την Κωνσταντίνη, περιοχή κοντά στην Έδεσσα[7]. Επί Ιουστίνου Α’ (518-527), οι Εβραίοι διακωμώδησαν τα χριστιανικά ήθη και έθιμα, με αποτέλεσμα οι χριστιανοί να κάψουν τις συναγωγές τους στη Ραβέννα και τη Ρώμη[8].

Μετέπειτα, ο Ιουστινιανός Α’ (527-565) τους απαγόρευσε να κάνουν δωρεές ή να αφήνουν τη διαθήκη τους σε μη χριστιανούς, ενώ τους απέκλεισε από τις δημόσιες θέσεις και τους απαγόρευσε να έχουν δούλους χριστιανούς[9].

Επί Λέοντος Γ’ του Ισαύρου (717-740), το εβραϊκό στοιχείο ασκούσε μεγάλη επιρροή. Ίσως σε αυτή μπορεί να αποδοθεί η εικονοκλαστική στάση του αυτοκράτορα Λέοντος[10], καθώς ο ιουδαϊκός νόμος απαγόρευε ρητά τις εικόνες.  Γι’αυτό πολλοί τον απεκάλεσαν ιουδαιόφρονα και σαρακηνόφρονα[11]. Παρ’όλ’αυτά ο Λέων Γ’ επέβαλε στους Εβραίους το βάπτισμα  και τους  κατεδίωξε[12].

Ο Μιχαήλ Β΄ (820-829), σε αντίθεση με τους υπόλοιπους αυτοκράτορες, κράτησε ευνοϊκή στάση απέναντί τους[13]. Επέτρεπε το βάπτισμα σε όποιον επιθυμούσε να βαπτιστεί και σε όλα τα άλλα διατηρούσε τα ιουδαϊκά έθιμα, εκτός από την περιτομή[14]. Ο Σκυλίτζης αναφέρει ότι άφηνε τους Εβραίους αφορολόγητους γιατί τους αγαπούσε και τους καλόπιανε, ενώ καθιέρωσε, δια νόμου, τη σαββατιανή νηστεία και θεωρούσε ότι το Πάσχα δεν θα έπρεπε να γιορτάζεται[15].

Ο Βασίλειος Α’ (867-886) διατήρησε μετριοπαθή τακτική. Προσπάθησε με οικονομικά και διοικητικά κίνητρα να τους εκχριστιανίσει, ενώ επέτρεψε ακόμα και θεωρητικές συζητήσεις για τον ιουδαϊσμό. Σε αυτά προσέθεσε και τη διανομή αξιωμάτων και τιμών σε όσους ασπάζονταν τον Χριστιανισμό, καθώς και τη φοροαπαλλαγή. Οι περισσότεροι, όμως, μετά τον θάνατο του βασιλιά ξαναγύρισαν στον ιουδαϊσμό [16].

Επί Λέοντος ϛ’ του Σοφού (886 – 912) εκδόθηκαν οι Νεαρές, από τις οποίες σώζονται 113. Η Νεαρά 55[17] περιέχει διατάξεις που αφορούν στους Εβραίους. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι προηγούμενοι αυτοκράτορες εξέδωσαν διάφορους νόμους[18], οι οποίοι όριζαν την οργάνωση της ζωής των Εβραίων: να μελετούν τη Βίβλο, να μην εμποδίζονται στην τήρηση των εθίμων τους και τα αρσενικά τους παιδιά να συνδέονται με συγγένεια αίματος και περιτομής. Ο Λέων ϛ’ έκρινε ότι έπρεπε να θεσπίσει νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους οι Εβραίοι έπρεπε να ζουν όπως ακριβώς οι Χριστιανοί, ενώ όσοι επέστρεφαν στα ιουδαϊκά έθιμα θα τιμωρούνταν. Το Επαρχικόν βιβλίον[19] του Λέοντος ϛ’ περιελάμβανε διατάξεις που αφορούσαν στους τρόπους λειτουργίας των συντεχνιών στην Κωνσταντινούπολη. Παρατηρούμε ότι στους Βυζαντινούς είχε απαγορευτεί τον 9ο αιώνα να πωλούν μετάξι σε Εβραίους, απαγόρευση που είχε ανάλογη ισχύ και τον 12ο αιώνα. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με δαρμό και κουρά.

Ολοκληρώνοντας, διαπιστώνουμε ότι οι σχέσεις Βυζαντινών – Εβραίων ήταν ταραγμένες. Οι χριστιανοί ανέχονταν τους Εβραίους αφού αυτοί συνδέονταν με την Παλαιά Διαθήκη, αλλά δεν μπορούσαν να δεχθούν έναν αυτοκράτορα που θα διατηρούσε ευνοϊκή στάση απέναντί τους, γι’ αυτό και στις βυζαντινές πηγές φαίνεται η δυσαρέσκεια του λαού απέναντι στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄. Τόσο οι βυζαντινοί αυτοκράτορες όσο και ο βυζαντινός λαός κρατούσαν ανεκτική στάση απέναντί τους, αλλά οι προστριβές μεταξύ τους δεν έλειπαν.

Πέτρα Ελισάβετ