Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1910, στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης και έφυγε από τη ζωή στις 11 Μαρτίου 1978.

Τα ερτζιανά κύματα έστειλαν τον ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό, στον εξωτερικό κόσμο και, κυρίως, στους μαχόμενους Ελληνες. Σήμερα, η μελαγχολική επέτειος του θανάτου της, συγκινεί τον ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα εκείνους που τη γνώρισαν.

Τα γλυκά τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη με τους αριστοτεχνικούς στίχους του Αλέκου Σακελάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, έγιναν μεγάλες επιτυχίες: «Κάποιο μυστικό», «Σαν κι απόψε»…

Η σπουδαία μουσική του Γιάννη Κυπαρίσση με τους στίχους του Χρήστου Γιαννακόπουλου:

Εξω βρέχει πολύ / κι είν’ η νύχτα θολή /-λες και βρέχει παντού / στον πλανήτη… /Πού να πάμε με και πώς; /Και ποιος θάναι ο σκοπός; / Πιο καλά να καθήσουμε σπίτι…/ Να χτενίσω μαλλιά,/ να κατέβω σκαλιά, / δεν αξίζει στ’ αλήθεια ο κόπος./ Ας καθήσουμε εδώ, / να με δεις να σε δω,/ κι ας περάσει η βραδιά όπως-όπως …

Αγκαλιά εγώ κι εσύ, / στο αμπαζούρ το θαλασσί / από κάτω… / Μ’ ένα – δυο «μαρασκινό» / κι ένα τσιγαράκι αγνό, / μυρωδάτο…/ Αγκαλιά εγώ κι εσύ στο ντιβάνι /θα περάσει η βραδιά, τι θα κάνει;…/ Κι όταν φτάσει πια μισή, / αγκαλιά εγώ κι εσύ / νάνι, νάνι…

Μετά από αυτά τα γλυκά τραγούδια, η Σοφία Βέμπο έγινε και τραγουδίστρια του Πολέμου και της Νίκης. Πήγε στη Μέση Ανατολή και στο Λονδίνο και μαστίγωσε τον επηρμένο Φασισμό του Μουσολίνι:

Με το χαμόγελο στα χείλη / παν’ οι φαντάροι μας μπροστά. / Και γίναν οι Ιταλοί ρεζίλι / γιατί η καρδιά τους δε βαστά…

Κορόιδο, Μουσολίνι, / κανείς σας δε θα μείνει! / Εσύ κι η Ιταλία / η πατρίδα σου η γελοία, / τρέμετ’ όλοι το χακί…/ Δεν έχεις διόλου μπέσα,/ κι όταν θα μπούμε μέσα / ακόμη και στη Ρώμη γαλανόλευκη / θα υψώσουμε σημαία Ελληνική!…

Αυτό ήταν μια παρωδία του Γιώργου Οικονομίδη στη «Μικρή Χωριατοπούλα» που έγινε ο ειρωνικός ύμνος, που γελοιοποιούσε τον φασισμό.

Δρ Φώτης Νόμπελης