Άσβηστες και ανεξίτηλες στο μυαλό και στην ψυχή μου νοσταλγικές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων:

Ο ΣΙΔΕΡΑΣ, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, άναβε τη φωτιά και με το δερμάτινο φυσερό, το «μουχάνι», κρατούσε τα κάρβουνα αναμμένα.
Δίπλα στον πάγκο, ύψους περίπου 80 εκ., ήταν το αμόνι, βάρους περίπου 200 κιλών. Όσο βαρύτερο ήταν, τόσο καλύτερα, γιατί, χτυπώντας το πυρωμένο σίδερο με το βαριό πάνω σ’ αυτό, δεν μετακινούνταν.
Οι βαριοί ήταν σε διαφορετικό βάρος και μέγεθος. Άλλος ζύγιζε εννέα οκάδες, άλλος επτά, άλλος πέντε και άλλοι λιγότερο.

Με την σιδερένια τσιμπίδα  κρατούσε το ακατέργαστο σίδερο πάνω στα κάρβουνα ώσπου να κοκκινίσει και μετά το δούλευε.
Η δερμάτινη ποδιά, καμωμένη με χοντρό δέρμα, προφύλαγε τα ρούχα από τους σπινθήρες,

Ένας από τους σιδεράδες ήταν και ο Χρήστος Σβίνος (φωτό), ο πατέρας του οποίου Γεώργιος, μαζί με τον αδελφό του Ευάγγελο, ήταν οι πρωτομάστορες που κατασκεύασαν το 1924 τα ωραία κάγκελα στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου.

Τα αντικείμενα που κατασκεύαζε ο σιδεράς ήταν κυρίως γεωργικά εργαλεία, αλέτρι, τσαπί, δικέλι, φραχτό, τσεκούρι κ.ά.
Φρόντιζε με καλλιτεχνία να φτιάχνει τις σιδερένιες πόρτες, τα κάγκελα και τα κλειδιά που απαιτούσαν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία.
Έκαμνε επίσης τα πέταλα που ο πεταλωτής κάρφωνε στα πόδια των ζώων για να μην πονούν, τους μασιάδες για τη φωτιά, τα φτυάρια, τη φουφού, τη σχάρα για τις μπριζόλες, το μαγκάλι, τις «ζέβλες», που έβαζαν στο ζυγό του αμαξιού για να ξεχωρίζουν οι αγελάδες, και πολλά άλλα αντικείμενα.

Σ.σ.: Ευχαριστώ θερμά τον δάσκαλο και Πρόεδρο του «Συλλόγου Σουφλιωτών Θεσσαλονίκης»
κ. Ευστράτιο Φούσκα για τις ιστορικές του πληροφορίες.
Η φωτό πάρθηκε από τη εκδοτική σειρά «Ρίζες Ελλήνων – Θράκες», εκδόσεις Πήγασος.

Κωνσταντίνος Γλύστρας