Το δεύτερο στάδιο της βασικής εκπαίδευσης (εκπαίδευση ειδικότητας) για τους ναύτες της κληρουχίας του Σεπτεμβρίου του 1992 στο Πολεμικό Ναυτικό ( 92 Ε), που είχαν εξειδικευθεί ως τεχνίτες πυροβόλου και προορίζονταν για ναυτονόμοι, περιλάμβανε μαθήματα πολεμικών τεχνών από τους αξιωματικούς στο στρατόπεδο των ΟΥΚ (!!!) αλλά και θεωρητικά μαθήματα στο ίδιο… τρομακτικό (για τους περισσότερους από μας τα… ψάρια) μέρος.

Δίπλα μας ιδρωμένοι βατραχάνθρωποι έπαιρναν μέρος σε αδιανόητες για τον μέσο άνδρα ασκήσεις, υπό την αυστηρή επίβλεψη φωνακλάδων ανωτέρων! Κάποιος άτυχος υποψήφιος ΟΥΚάς δεν κατάφερε να ανέβει κάθετα στον τοίχο, κρατημένος μόνο από ένα σχοινί και έπεσε. Ηταν πρωί ακόμα όταν ξεκίνησε να… παίρνει κάμψεις και κόντευε να μεσημεριάσει όταν τελείωσε.

Σε αυτό το εφιαλτικό τοπίο, εν είδει καψονιού, μας πρόσταξαν να γδυθούμε από τη μέση και πάνω και να ξεκινήσουμε τζόκινγκ, πραγματοποιώντας στενούς κύκλους γύρω από ένα σημείο. Οι επίμαχοι βατραχάνθρωποι παρακολουθούσαν χαμογελώντας (πώς να το γράψω ευγενικότερα;) αγύμναστους τύπους με αντιαισθητικά στομάχια, γυναικομαστία και κρεμασμένες κοιλιές να προσπαθούμε ασθμαίνοντας να φέρουμε σε πέρας την “αποστολή μας”. Αλλά ανάμεσα στους πλαδαρούς μέλλοντες ναυτονόμους, τους κάτασπρους και καλοζωισμένους από την καλοπέραση, ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα ένα ψιλόλιγνο παληκάρι, με μυώδες σώμα, γραμμωμένους κοιλιακούς και τροπικό μαύρισμα. Η αντίθεση ήταν τόσο εμφανής που ένας ΟΥΚάς πλησίασε έναν συνάδελφό του και αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα ποιος ήταν ο μπρατσωμένος που ακούραστα, σαν βόλτα στο πάρκο, εκτελούσε την άσκηση δίχως μια στάλα ιδρώτα να κυλήσει στο πρόσωπό του.

Ο καλλίγραμμος ναύτης, κρυφό όνειρο κάθε κοπέλας, ονομαζόταν Νώντας Σαμαρτζίδης. Εμείς τον αναγνωρίζαμε ως “ο πολίστας της Εθνικής”. Αλλωστε, υπήρχαν άλλοι δυο συμπαίκτες του που παρουσιάστηκαν μαζί του στο κέντρο εκπαίδευσης του “Παλάσκα” και μας ακολούθησαν για τις πρώτες πέντε εβδομάδες προπαίδευσης στον Πόρο. Οσο κι αν προσπαθώ να θυμηθώ, η μνήμη μου με προδίδει: Αδυνατώ να ανασύρω από τα βάθη του μυαλού μου τους άλλους δύο.

Από τους “επώνυμους” εκείνης της σειράς δεν γίνεται να ξεχάσεις τον αγαπημένο τραγουδιστή της νεολαίας Γιάννη Σαββιδάκη αλλά και, για όσους παρακολουθούν την πολιτική, τον μετέπειτα πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ και τωρινό δήμαρχο Χαϊδαρίου, Δημήτρη Μαραβέλια.

Ξαναγυρνώντας στους… υπερανθρώπους υποψήφιους βατραχάνθρωπους, ενημερώθηκαν για την ταυτότητα του γυμνασμένου ναύτη, τον οποίον αντιμετώπισαν με το ανάλογο δέος που ταιριάζει απέναντι σε έναν ολυμπιονίκη αθλητή, έστω και αδικημένου από τα φώτα της δημοσιότητας αθλήματος όπως η υδατοσφαίριση.

Η άψογη εικόνα του Σαμαρτζίδη είναι γεγονός πως με πείσμωσε τότε. Τα γυμναστήρια απέκτησαν έναν καλό πελάτη, του λόγου μου, που μάταια επιχειρούσε να σμιλέψει το… ατσούμπαλο σώμα του! Αλλά καλό πελάτη βρήκαν στο πρόσωπό μου και οι απανταχού… δερματολόγοι, αφού παρά τις ατέρμονες προσπάθειες να διώξω από πάνω μου την ασπρίλα, η φωτοχημική αλλεργία που κουβαλάω επί δεκαετίες δεν μου επέτρεπε να πάρω το πολυπόθητο ελάχιστο χρώμα που απλώς θα με ξεχώριζε από τους Ισλανδούς!!!

Για χρόνια άκουγα μια φωνή να με παροτρύνει να μοιάσω στον Νώντα Σαμαρτζίδη. Και όπως έχει πει κάποιος σοφός, το μεγαλύτερο κίνητρο για τους άνδρες (τους ετεροφυλόφιλους εννοείται) στον επαγγελματικό, οικονομικό τομέα αλλά και σ’ αυτόν της εξωτερικής εμφάνισης είναι η επιτυχία στο άλλο φύλο. Εκεί αποσκοπούσαν και οι δικές μου σκληρές προσπάθειες. Τι κι αν με την πάροδο των χρόνων η εικόνα του ιδανικού, πετυχημένου άνδρα στο πρόσωπο του Νώντα Σαμαρτζίδη ξεθώριαζε και στο μυαλό μου πια αντί για τον διεθνή πολίστα αντίκριζα τον… Χουλκ!!!

Από το Ναυτικό απολύθηκα έναν Δεκαπενταύγουστο του 1994. Πέρασαν ακόμη δυο χρόνια. Και τότε άκουσα την τραγική είδηση: Ο Νώντας Σαμαρτζίδης, ο συνάδελφός μου ναύτης, η περίλαμπρη δόξα της Εθνικής Ελλάδος, χάθηκε για πάντα μέσα στην αγαπημένη του θάλασσα. Επιχειρώντας κατάδυση στην Επίδαυρο, ο έμπλεος αυτοπεποίθησης Νώντας υπερεκτίμησε τις (μοναδικές) δυνατότητές του και δεν αναδύθηκε ποτέ ξανά!

Το θυμήθηκα σήμερα, 16 ολόκληρα χρόνια, από τον αδόκητο χαμό του, στις 22 Ιουνίου του 1996. Οταν για πρώτη και τελευταία φορά συλλογίστηκα πως η ακλόνητη αυτοπεποίθηση που ποτέ δεν διέθετα μπορεί να μην αποτελεί πάντοτε όπλο στη φαρέτρα που κουβαλάμε στη ζωή.

Αλλά εκτός από το προσωπικό μάθημα που πήρα εκείνο το θλιβερό Σάββατο που ένας νέος άνθρωπος 31 έτους έχασε τη ζωή του, ας προσπαθήσουν να παρηγορηθούν οι οικείοι του στη σκέψη πως, πέρα από τους έλληνες φιλάθλους, μια χούφτα ναύτες είδαν το 1992, πριν 20 χρόνια, στο πρόσωπο του συμπαθέστατου Νώντα ένα αξιοζήλευτο ίνδαλμα.

Αιωνία του η μνήμη…

Άρης Νόμπελης