Είναι γεγονός πως η συνέντευξη επιλογής προσωπικού θεωρείται σήμερα ως η πιο δημοφιλής μέθοδος επιλογής προσωπικού. Για να έχει όσο το δυνατό καλύτερα αποτελέσματα ένας υποψήφιος μετά τη συνέντευξη είναι απαραίτητη η κατάλληλη προετοιμασία πριν.

Πρωταρχικό και βασικό στάδιο, λοιπόν,  είναι εκείνο που αφορά τις κινήσεις των υποψηφίων «πριν τη συνέντευξη».

Αρχικά ο υποψήφιος θα πρέπει να κάνει μια εξονυχιστική έρευνα αναφορικά με τη θέση εργασίας, το αντικείμενο αυτής και τα ιδανικά προσόντα που χρειάζεται να έχει κάποιος προκειμένου να εργαστεί στην εν λόγω θέση. Υπάρχουν θέσεις εργασίας των οποίων το αντικείμενο δεν διδάσκεται αλλά κατακτάται εμπειρικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται οι υποψήφιοι να ενημερωθούν αναζητώντας περαιτέρω πληροφορίες από διαφορετικές πηγές προκειμένου να αποκτήσουν ένα ευρύ φάσμα γνώσεων και στοιχείων. Αυτό χρειάζεται να συμβεί δεδομένου πως ακόμη και αν πρόκειται για γνώσεις και δεξιότητες που ο υποψήφιος δεν κατέχει σε σημαντικό βαθμό, έχοντας έστω μια σφαιρική εικόνα εμφανίζεται σαφώς να υπερτερεί συγκριτικά με εκείνον που παρουσιάζεται να βρίσκεται σε πλήρη άγνοια αναφορικά με ορισμένες βασικές δεξιότητες.

Έπειτα είναι απαραίτητη η συλλογή στοιχείων για την εταιρεία την οποία αφορά η θέση εργασίας. Ο υποψήφιος οφείλει να γνωρίζει όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία όπως που εδρεύει, αν έχει παραρτήματα, ποια διαφημιστική καμπάνια τρέχει το εκάστοτε διάστημα και ποια έτρεχε στο παρελθόν, τι τμήματα περιλαμβάνει και γενικότερα ό,τι η εταιρεία αναφέρει στην επίσημη ιστοσελίδα της και ό,τι  extra πληροφορίες μπορεί να αποκομίσει ο υποψήφιος από άλλες πηγές.

Στη συνέχεια, αφού έχουν προηγηθεί όλα τα παραπάνω και ιδίως εάν πρόκειται για τις πρώτες συνεντεύξεις του υποψήφιου, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο να γίνει αρκετή εξάσκηση. Έρευνες έχουν δείξει πως η εξάσκηση βοηθά τον υποψήφιο να είναι πιο ήρεμος και λιγότερος αγχωμένος κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Μια μέθοδος εξάσκησης σε τέτοιες περιπτώσεις συστήνει ο υποψήφιος να προετοιμαστεί για ενδεχόμενες ερωτήσεις που μπορεί να του γίνουν. Ως επι το πλείστον οι ερωτήσεις που γίνονται στις συνεντεύξεις ανήκουν σε 3 κατηγορίες.

Είναι οι ουδέτερες ερωτήσεις οι οποίες δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία και στις οποίες ο υποψήφιος καλείται να δώσει απαντήσεις που αφορούν βασικές πληροφορίες της επαγγελματικής και ακαδημαϊκής του ζωής όπως «ποιος ήταν ο προηγούμενος εργοδότης σας;», «έχετε εργασιακή εμπειρία;». Συνήθως τέτοιου είδους ερωτήσεις γίνονται στις περιπτώσεις όπου ο υποψήφιος καλείται για συνέντευξη χωρίς να έχει προηγηθεί η κατάθεση βιογραφικού σημειώματος.

Επόμενη κατηγορία είναι οι ερωτήσεις καθοδήγησης. Με το συγκεκριμένο τύπο ερωτήσεων οι εργοδότες αποσκοπούν να εκμαιεύσουν πληροφορίες για την προσωπικότητα των υποψηφίων. Ενώ αρχικά φαντάζουν εύκολες σαν ερωτήσεις στην πραγματικότητα μια φαινομενικά απλή απάντηση για τον καθένα υποδηλώνει διαφορετικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Ένα παράδειγμα ερώτησης καθοδήγησης είναι «Τι βλέπετε να κάνετε σε 5 χρόνια από σήμερα;». Η ερώτηση αυτή εξετάζει τα όνειρα που μπορεί να έχει ένας υποψήφιος, την ύπαρξη στοχοθέτησης και τις προσωπικές φιλοδοξίες. Επίσης σε δεύτερο στάδιο δίνει σαφή στοιχεία για τις προτεραιότητες που θέτει σαν άτομο για τη ζωή του (επαγγελματική-προσωπική) και την αυτοπεποίθηση που δείχνει. Άλλο παράδειγμα πλάγιας ερώτησης καθοδήγησης είναι «Μιλήστε μου για τον εαυτό σας». Ενώ αρχικά μοιάζει άκρως απλή ερώτηση οι recruiters την χρησιμοποιούν συχνά προκειμένου να δουν που θα καθοδηγήσει ο ίδιος ο υποψήφιος την κουβέντα και σε ποια σημεία του εαυτού του θα δώσει περισσότερη έμφαση. Εάν το κομμάτι της επαγγελματικής εμπειρίας υπερισχύσει έναντι αυτού της εκπαίδευσης σημαίνει πως ο ίδιος ο υποψήφιος εκτιμά περισσότερο ό,τι έχει κάνει με τα επαγγελματικά από εκείνα που σχετίζονται με τις σπουδές, ακόμη και αν το βιογραφικό του μαρτυρά το αντίθετο.

Ο τρίτος τύπος ερωτήσεων είναι οι απειλητικές ερωτήσεις. Οι συγκεκριμένες ερωτήσεις είναι αφοπλιστικές και φέρνουν εξαρχής σε δύσκολη θέση τους υποψήφιους. Είναι ερωτήσεις οι οποίες αγγίζουν τα αδύναμα σημεία του βιογραφικού και προσπαθούν ξεδιαλύνουν το τοπίο. Ένα παράδειγμα τέτοιων ερωτήσεων είναι «Τι  σας κάνει να πιστεύετε πως θα ανταποκριθείτε στην εν λόγω θέση μη έχοντας προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία;», «Γιατί  σταματήσατε να εργάζεστε από την προηγούμενη δουλειά σας;», «Γιατί εργαστήκατε μόνο 3 μήνες στην τελευταία σας εργασία;».

Κάτι επιπλέον που χρειάζεται να κάνουν οι υποψήφιοι πριν πάνε σε μια συνέντευξη επιλογής προσωπικού είναι να προ- ετοιμάσουν δικά τους ερωτήματα προς την εταιρεία. Η διατύπωση ερωτημάτων από τον υποψήφιο προς το τέλος της συνέντευξης, και αφού παροτρυνθεί από το άτομο που έχει τον  ρόλο του συνεντευξιαστή, δείχνει  ένα πιο έκδηλο ενδιαφέρον για την ίδια την εταιρεία και εμφανίζει τον υποψήφιο πιο «κοντά» στη θέση. Η  διατύπωση  ερωτήσεων  υπονοεί  έμμεσα στοιχεία αυτοπεποίθησης  για το χαρακτήρα του αφήνοντας να εννοηθεί πως νιώθει σίγουρος για τη θέση και τις ικανότητες του και επιδιώκει χωρίς καθυστερήσεις να καλύψει τα κενά του ώστε να περάσει στο επόμενο βήμα. Πέρα από αυτό το ενδεχόμενο, ο υποψήφιος εκφράζοντας εύστοχα ερωτήματα δείχνει την εκτίμηση του στην εταιρεία και μέσω των ερωτημάτων του δεν αργεί να φανεί ο ενθουσιασμός του και η επιθυμία του να γίνει κομμάτι της ομάδας. Σε κάθε περίπτωση η εντύπωση που αφήνει ένας υποψήφιος ο οποίος δεν  απαντά απλώς σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης  αλλά ξέρει  να συζητά, είναι σαφώς προτιμότερη από εκείνη κάποιου ο οποίος απλώς βρέθηκε σε μια συνέντευξη για να απαντήσει σε ό,τι του ζητηθεί και να αποχωρίσει περιμένοντας τα αποτελέσματα.

Τελευταία κίνηση προτού κάποιος παρουσιαστεί στη συνέντευξη επιλογής προσωπικού στην οποία καλέστηκε είναι επανεξετάσει ο ίδιος το βιογραφικό σημείωμα που έχει καταθέσει. Δεν είναι αυτονόητο πως το βιογραφικό του κάθε υποψήφιου είναι ένα για οποιαδήποτε θέση εργασίας αιτηθεί. Τις περισσότερες φορές χρειάζεται οι υποψήφιοι να προσαρμόζουν το βιογραφικό τους ανάλογα με τη θέση εργασίας χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες λέξεις κλειδιά που θα τους φέρουν πιο κοντά  στην επιλογή των υποψηφίων για τη διαδικασία της συνέντευξης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ένας υποψήφιος ο οποίος έχει υποβάλει το βιογραφικό του σε διαφορετικές θέσεις ουσιαστικά να έχει υποβάλει και διαφορετικά βιογραφικά αφαιρώντας ή προσθέτοντας στοιχεία τα οποία θεώρησε περιττά ή αναγκαία ανά περίπτωση. Επομένως είναι σημαντικό οι υποψήφιοι να ξέρουν σε κάθε συνέντευξη που παρουσιάζονται ποιες πληροφορίες περιλαμβάνει το βιογραφικό που έχουν στείλει και ποιες όχι. Αυτό συμβαίνει διότι αν τους ζητηθεί να μιλήσουν για το βιογραφικό τους ή τον εαυτό τους να μην υπάρξει σύγχυση σχετικά με επιπλέον πληροφορίες που θα ειπωθούν ενώ εντέχνως παραλείφθηκαν από το βιογραφικό ή με πληροφορίες οι οποίες από αμέλεια ενώ αναγράφονται στο βιογραφικό δεν ειπωθούν προφορικά.

 

Αλεξία Φουκίδου

Διευθύντρια Περιφερειακής Δράσης Skywalker.gr