Ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί ότι στα θεμέλια του σπιτιού του και στον πίσω κήπο του θα έβρισκε τα ερείπια ενός μεσαιωνικού πύργου, αφήνοντας άφωνους τους αρχαιολόγους.

Μάλιστα, όχι έναν τυχαίο πύργο αλλά ένα κάστρο που χρησίμευε ως κατοικία για τοπικούς επισκόπους στο Somerset County της Βρετανίας και χρονολογείται από το 13ο αιώνα.

Όλα άρχισαν όταν ο 81χρονος συνταξιούχος τραπεζικός Τσαρλς Πολ προσέλαβε εργάτες για να χτίσει ένα μπανγκαλόου στην πίσω πλευρά του σπιτιού του για να κατοικήσει εκεί και να πουλήσει το σπίτι που κατοικεί τώρα.

Σκάβοντας οι οικοδόμοι έπεσαν στα θεμέλια των τοίχων και τα ερείπια των ορόφων αυτού που θεωρούν ότι ήταν μέρος του Bishop’s Palace, ενός κτιρίου του 13ου αιώνα που πιστεύεται ότι έχει χαθεί. Τα ιστορικά αρχεία δείχνουν ότι ένα παλάτι βρισκόταν στην περιοχή, και μια πύλη του 14ου αιώνα που υπάρχει μέχρι σήμερα. Όμως για τη θέση των ερειπίων του πύργου δεν είχαν ιδέα.

Bishops palace gate | South West Heritage Trust

Το παλάτι ήταν μια από τις πολλές κατοικίες που χρησιμοποίησαν οι τοπικοί επίσκοποι τουλάχιστον τον 16ο αιώνα. Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι επίσκοποι John de Drokensford (1309–29) και Ralph of Shrewsbury (1329–63) επέβλεψαν τα έργα οικοδόμησης στην περιοχή. Οι αρχαιολόγοι έχουν επίσης ανακαλύψει θραύσματα κεραμικής του 12ου αιώνα.

Το Gatehouse, ένα γεωγραφικό λεξικό μεσαιωνικών κάστρων, σημειώνει ότι το παλάτι των επισκόπων είχε ερειπωθεί μέχρι τον 18ο αιώνα. Πολλοί ερευνητές εικάζουν ότι οι εργάτες πιθανότατα επανατοποθέτησαν πέτρες από τους τοίχους του κάστρου για άλλα τοπικά κτίρια. Μπορεί να είναι καλά τα νέα για την περιοχή αλλά όχι για τον συνταξιούχο, που είδε τα έργα στον κήπο του να σταματούν.

Οι αρχαιολόγοι έχουν πλέον ολοκληρώσει την καταγραφή των ευρημάτων τους και ανακαλύπτουν πώς να διατηρήσουν τα θεμέλια της δομής.

Σύμφωνα με το Somerset Record Society, τα αρχικά κτίρια των πύργων από πέτρα πιθανότατα κατασκευάστηκαν αμέσως μετά το 1256, όταν ένα βασιλικό διάταγμα παραχώρησε στους επισκόπους των Μπαθ και Γουέλς το δικαίωμα κυνηγιού στην περιοχή.

Πηγή: LiFO