Οι φωνές και οι παροτρύνσεις από τους γονείς μου και την αδερφή μου πήγαιναν στράφι. Στο παλιό σπίτι του παππού μου είχε ήδη μπει πωλητήριο και αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει…

Δυο μεσίτες, ένας ιδιώτης και ένας εκπροσωπώντας μεγάλη μεσιτική εταιρεία της Αθήνας κονταροχτυπήθηκαν μέχρι το τέλος. Και σε κάθε τους τηλεφώνημα, σε κάθε προσέγγιση η τιμή ανέβαινε μια από τον έναν και μια από τον άλλον. Κατάκοπος ο δεύτερος, φθάνοντας σε προσφορά που άγγιζε το μισό εκατομμύριο ευρώ, θύμωσε με μένα: «Τι θέλεις επιτέλους, Ρένο;». Στην πραγματικότητα δεν έπαιζα μαζί τους-πάντοτε παραφύλαγε ο κίνδυνος κάποιος να αποσυρθεί. Τελικά ο ιδιώτης μεσίτης έκανε μια τεράστια παραχώρηση: δεν θα του απέδιδα το γνωστό 2% αλλά μόλις 1500 ευρώ-τα υπόλοιπα θα τα έπαιρνε φυσιολογικά από τον κατασκευαστή που είχε βρει. Ετσι, η συμφωνία κατέληξε στα 485.000 ευρώ (!!!), με πρώτο έξοδο τα μεσιτικά των 1500. Τώρα πια ήμουν έτοιμος να προχωρήσω στον αμφιλεγόμενο γάμο παρά τις καθόλου παράλογες συμβουλές φίλων και γνωστών να αποτρέψουν την απόφασή μου. Η ουσία είναι πως ένας άνθρωπος όπως εγώ που δεν είχε ποτέ στη ζωή του περισσότερα από 600 ευρώ βρέθηκε να έχει στην τσέπη του μισό εκατομμύριο-σαν να κέρδιζα αν όχι το Τζόκερ, τουλάχιστον τον πρώτο αριθμό στο Λόττο!

Η σοφή μητέρα μου το επισήμανε αμέσως: αγοράστε άλλο σπίτι γιατί θα μένετε στο ενοίκιο. Δεν την άκουσα. Υστερα από λίγο ψάξιμο στο Χαλάνδρι εντόπισα κοντά στο πατρικό μου ένα παλιό τριώροφο χωρίς κοινόχρηστα. Κάπως έτσι άρχισαν να ξοδεύονται τα χρήματα που είχα αποκτήσει με τη μοναδική περιουσία μου. Στις 25 Αυγούστου του 2002, ημέρα Παρασκευή, με την υποτιθέμενη άδολη προτροπή ενός παλιού συμμαθητή μου στα Ανάβρυτα, υπέγραψα μια επιταγή της τάξης των 100.000 ευρώ και την παρέδωσα στον πρώην γαμπρό του για να προχωρήσει σε επενδύσεις σε… χρυσό στη Νέα Υόρκη και σε καφέ στη Βραζιλία. Η σύζυγός μου ήταν από την αρχή αρνητική για το μέγεθος του ποσού αλλά εγώ έπρεπε να βγάλω τα σπασμένα του γάμου και του πλουσιοπάροχου μήνα του μέλιτος και πίστεψα πως μου δινόταν μια εκπληκτική ευκαιρία.

Αποδείχθηκαν απατεώνες

Το 2002 μας αποχαιρέτησε και ο νέος χρόνος με βρήκε στα έδρανα του δημοτικού συμβουλίου της πόλης μου, αφού έπειτα από δυο αποτυχημένες προσπάθειες εξελέγην πανηγυρικά (μετά φυσικά από μια πολυδάπανη προεκλογική εκστρατεία). Λίγες μέρες ύστερα από την Πρωτοχρονιά του 2003, διάβαζα στο γραφείο μου ημέρα Δευτέρα την «Εξπρές» του Σαββατοκύριακου. Αφηρημένος (και νυσταγμένος…) προσπερνούσα τις κρεμ σελίδες για το χρηματιστήριο όταν ξαφνικά ο χρόνος σταμάτησε: η είδηση περνούσε μάλλον στα ψιλά αλλά δεν ήταν δυνατό να μη διαβάσω το όνομα της επενδυτικής εταιρείας που είχα τοποθετήσει τα χρήματά μου: «Worldwide ΑΧΕΠΕΥ». Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε ανακαλέσει την άδειά της!!! Λίγο πριν το λιποθυμικό επεισόδιο και σέρνοντας τα πόδια μου κατευθύνθηκα στο γραφείο της συζύγου μου: «Νέλλη, χάσαμε τα λεφτά» της είπα και θρονιάστηκα σαν σακί σε μια πολυθρόνα. Τα τηλέφωνα άρχισαν να παίρνουν φωτιά: Οι γονείς μου, ο φίλος που με πήγε εκεί, το σόι της γυναίκας μου, επενδυτές και δικηγόροι. Τα παράτησα όλα και ανέβηκα στον Πύργο των Αθηνών στους Αμπελοκήπους. Μπροστά μου διαδραματίζονταν τραγικές και πρωτόγνωρες στιγμές: Δεκάδες άτομα είχαν προσέλθει για τον ίδιο λόγο. Αλλος βουτούσε έναν πίνακα ζωγραφικής που στόλιζε το γραφείο του εξαφανισμένου διευθύνοντος συμβούλου, ενώ κάποιος σε στιγμή απελπισίας προσπαθούσε να σηκώσει και να μεταφέρει μια μεγάλη γλάστρα με έναν φίκο!!! Ολοι είμαστε κατακίτρινοι και μισοπεθαμένοι. Απευθύνθηκα με ανείπωτη οργή στον φίλο μου: «Τι έγιναν τα λεφτά μου;» για να μου ψελλίσει κάτι αστείες δικαιολογίες ότι δήθεν η αδερφή του είχε… απαχθεί από τον μεγαλομέτοχο και κανείς δεν γνώριζε που ήταν τα ίχνη της. Δεν θυμάμαι πώς οδήγησα μέχρι το σπίτι. Αλλοτε με αναφιλητά και πότε-πότε με απίστευτες βρισιές το αμάξι ανέβαινε μόνο του προς τα βόρεια προάστια.

Αυτή ήταν η πρώτη-και μεγαλύτερη-σφαλιάρα που θα δεχόμουν στα οικονομικά μου. Θα ακολουθούσαν κι άλλες-εκούσιες και ακούσιες. Οποτε κέρδιζα ένα ευρώ, την άλλη μέρα έχανα δύο. Το σπιτάκι μου που γκρέμισα δίχως ενοχές έπαιρνε την πιο σκληρή εκδίκησή του. Και ήμασταν ακόμη στην αρχή…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ