Την ίδια εποχή, άλλη μοίρα του στόλου των Ψαρών που περιπολούσε στα παράλια της Μακεδονίας, χτύπησε δύο εχθρικά πολεμικά, που είχαν βάλει πλώρη για τη Θεσσαλονίκη. Οι Τούρκοι, τρομοκρατημένοι, έριξαν τα πλοία τους στα ρηχά του Αγίου Ορους και τα παράτησαν. Μπήκαν τότε οι Ψαριανοί, φόρτωσαν τα κανόνια και τα εφόδια στα δικά τους πλοία και, αφού κατέστρεψαν τα τουρκικά, συνέχισαν αγέρωχα την περιπολία τους.

Τελευταία από τα τρία ναυτικά νησιά και με ιδιότυπες συνθήκες, κινήθηκε η Υδρα. Ο Αντώνης Οικονόμου, Υδραίος καπετάνιος και ιδιοκτήτης δεύτερης σειράς, είχε ναυαγήσει έξω από το Γιβραλτάρ  και έχασε το καράβι του που αποτελούσε τη μοναδική του περιουσία. Μετά το ατύχημα αυτό, πήγε στην Πόλη και προσπάθησε να εξοικονομήσει χρήματα από τους εκεί Ελληνες για να σκαρώσει καινούργιο πλοίο. Και δεν κατόρθωσε μεν να πετύχει τον σκοπό του, γνωρίστηκε όμως με τους εκεί Φιλικούς, από τους οποίους μυήθηκε στο μεγάλο μυστικό. Ενθουσιώδης και ένθερμος πατριώτης, όπως ήταν ο Οικονόμου, ξαναγύρισε στην πατρίδα του, με απόφαση να την ξεσηκώσει στον αγώνα του Εθνους.

Στην Υδρα υπήρχαν μερικοί Φιλικοί, οι οποίοι όμως ήταν διστακτικοί, καθώς και η δημογεροντία του νησιού. Γι αυτό και μετά τον γενικό ξεσηκωμό, οι Υδραίοι όχι μόνο δεν έδειξαν διάθεση να συμμετάσχουν, αλλά έστειλαν στην Πόλη, όπως κάθε χρόνο, τους ναύτες που έπρεπε να υπηρετήσουν στον τουρκικό στόλο. Οι νέοι αυτοί όμως, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, έμαθαν για τις σφαγές των χριστιανών και τον απαγχονισμό του Πατριάρχη και ξαναγύρισαν στην Υδρα.

Εκείνη την εποχή έφτασε εκεί και ο Οικονόμου, ο οποίος στρατολόγησε τους νέους του νησιού και σχημάτισε σώμα από 500 οπλοφόρους. Στην κίνηση αυτή πήρε μέρος και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, καθώς και οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, οι οποίοι και πλήρωσαν τα έξοδα της στρατολογίας.

Την ίδια νύχτα, στις 28 Μαρτίου, έφτασε στο λιμάνι της Υδρας ένα πλοίο από το Μοριά και έφερε τη είδηση ότι οι Ελληνες είχαν αποκλείσει τους Τούρκους στο κάστρο. Τότε οι οπλοφόροι του Οικονόμου ξεχύθηκαν στους δρόμους, χτύπησαν τις καμπάνες των εκκλησιών και κάλεσαν το λαό να σηκώσει τ’ άρματα. Κατόπιν κατέβηκαν στο λιμάνι και έπιασαν όσα πλοία ήταν αραγμένα εκεί. Ταυτόχρονα ο Οικονόμου ανέβηκε στο διοικητήριο, καθαίρεσε τον διορισμένο από τους Τούρκους διοικητή Νικόλα Κοροβίλη, και πήρε στα χέρια του την εξουσία της Υδρας.

Υστερα από την επιτυχία του πραξικοπήματος αυτού, οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν να υποταχθούν στη νέα κατάσταση και να υπογράψουν έγγραφο με το οποίο αναγνώρισαν επίσημα ότι ο Αντώνης Οικονόμου «έχει απόλυτον εξουσίαν, να επιστρατεύσει δια ξηράς τε και θαλάσσης, κατ’ αρέσκειαν…» και υποσχέθηκαν «ετοίμως και αναντιρρήτως προμηθεύσαι την τοιαύτην δύναμιν και τα έξοδα της εκστρατείας…». Πραγματικά δε προσέφεραν για τον αγώνα αμέσως τριάντα χιλιάδες τάλιρα και περισσότερα κατόπιν, έτσι που μέχρι τις 31 Μαρτίου, οι προσφορές είχαν φτάσει σε τάλιρα τις εκατόν τριάντα χιλιάδες.

Με τα χρήματα αυτά έγιναν οι αναγκαίες προετοιμασίες και στις 16 Απριλίου συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι απ’ όλες τις τάξεις στην εκκλησία, όπου έψαλε κατανυκτική δοξολογία ο αρχιεπίσκοπος Γεράσιμος. Επειτα κατέβασαν την τουρκική σημαία από το διοικητήριο του νησιού και έβαλαν στη θέση της την Ελληνική, ενώ ο τόπος τρανταζόταν από τους κρότους των κανονιών και τις ζητωκραυγές του πλήθους. Από τη στιγμή αυτή πλέον η Υδρα λάμβανε μέρος στον μεγάλο αγώνα και ο στόλος της, με αρχηγό τον Γιακουμή Τομπάζη, βρέθηκε στο πλευρό των δύο άλλων ναυτικών νησιών.

Στις 20 Απριλίου, ενωμένοι πλέον οι στόλοι και των τριών νησιών, ανοίχθηκαν στο πέλαγος. Την άλλη μέρα συνάντησαν, ανάμεσα στην Τήνο και τη Μύκονο, ένα τουρκικό εμπορικό φορτωμένο ξυλεία και το αιχμαλώτισαν. Δύο μέρες αργότερα οι Υδραίοι βύθισαν μπροστά στο λιμάνι της Χίου ένα τουρκικό πλοίο φορτωμένο πολεμοφόδια, ενώ οι Ψαριανοί αιχμαλώτιζαν άλλο, με τούρκους επιβάτες.

Στις 28 Απριλίου, περιπολίες του στόλου με τον Πινότση και τον Σαχτούρη αιχμαλώτισαν ένα τουρκικό πλοίο με πολύτιμα δώρα του σουλτάνου προς τον σατράπη της Αιγύπτου Μωχάμετ Αλυ. Την 1η Μαΐου αιχμαλώτισαν μια γαλέτα στον πορθμό της Χίου, στις 4 κυρίευσαν ένα άλλο τουρκικό εμπορικό και την επομένη δύο άλλα φορτηγά. Υστερα από τις επιτυχίες αυτές, ο στόλος των τριών ναυτικών νησιών ξαναγύρισε θριαμβευτικά στις βάσεις του.

Μόλις δέκα ημέρες χρειάστηκε να μείνει εκεί για τις αναγκαίες ετοιμασίες και στις 18 Μαΐου, ανοίχτηκε πάλι στο πέλαγος, χωρισμένος σε δύο μοίρες. Στην πρώτη, πήραν θέση δέκα οχτώ υδραίικα καράβια με τον Τομπάζη, εφτά σπετσιώτικα με τον Τσούπα και είκοσι εφτά ψαριανά με τον Αποστόλη.

(συνεχίζεται…)