Στις 2 Οκτωβρίου 1781 ο ταγματάρχης Τζον Αντρέ, βρετανός αξιωματικός του στρατού, κρεμάστηκε στο αρχηγείο του Ουάσιγκτον, στον ποταμό Χάντσον, με την κατηγορία της κατασκοπείας. Ολες οι εκκλήσεις προς τον Ουάσιγκτον για επιείκεια αγνοήθηκαν και ο Ουάσιγκτον κατηγορήθηκε από τους Βρετανούς για βαρβαρική εκδικητικότητα, ενώ πολλοί από τη δική του πλευρά τον κατηγόρησαν για έλλειψη ανθρωπισμού. Αυτό το επεισόδιο έχει ρίξει μια σκιά στην, κατά τα άλλα, άμεμπτη καριέρα του Ουάσιγκτον.

Τον Σεπτέμβριο του 1781 ο ταγματάρχης Αντρέ είχε οδηγίες να διαπραγματευθεί με τον αμερικανό διοικητή του Ουέστ Πόιντ Μπένεντικτ Αρνολντ, για την παράδοση αυτού του σημαντικού οχυρού στη Βρετανία. Ο Αρνολντ, πικραμένος από την προσβολή του πρόσφατου στρατοδικείου που είχε περάσει και πιστός στην επαναστάτρια σύζυγό του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον πατριωτικό αγώνα και να προδώσει τη χώρα του στους Βρετανούς. Ο ταγματάρχης Αντρέ πήγε με πλοίο σε ένα σημείο μεταξύ των βρετανικών και αμερικανικών γραμμών, έλαβε ασφαλή καθοδήγηση από τον Αρνολντ, καθώς επίσης έναν αριθμό από σημαντικά χαρτιά, που αφορούσαν το Ουέστ Πόιντ και το σχέδιο παράδοσής του. Τα έκρυψε στις μπότες του. Δεν είχε κανέναν σκοπό να περάσει τις αμερικανικές γραμμές και φορούσε τη βρετανική του στολή, κάτω από ένα ελαφρύ παλτό. Αλλά το πλοίο δεν ήταν σε θέση να τον γυρίσει την επόμενη ημέρα πίσω στις βρετανικές γραμμές. Η μόνη οδός για την επιστροφή του ήταν από την ξηρά, μέσα από τις αμερικανικές γραμμές, οπότε τον συμβούλευσαν ότι θα είχε περισσότερες πιθανότητες να περάσει απαρατήρητος, αν έβγαζε και τη βρετανική στολή του. Απρόβλεπτες περιστάσεις είχαν επιβάλει στον Αντρέ αυτή την αλλαγή σχεδίου. Στην αρχή, όλα πήγαν καλά: πέρασε και την τελευταία αμερικανική γραμμή και έμπαινε σε ουδέτερη πολεμική ζώνη με κάποια ανακούφιση, όταν ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε τρεις άνδρες της τοπικής εθνοφρουράς. Αιφνιδιάστηκε και έτσι δεν κατάφερε να χρησιμοποιήσει τη λευκή σημαία ανακωχής που του είχε δώσει ο Αρνολντ και, στη συνέχεια, έδωσε μπερδεμένες απαντήσεις, προκαλώντας τις υποψίες της εθνοφρουράς. Τον έψαξαν και βρήκαν επάνω του τα ενοχοποιητικά στοιχεία.

Ο Ουάσιγκτον διόρισε ένα συμβούλιο αξιωματικών που θα εξέταζαν την υπόθεση του Αντρέ. Εν τω μεταξύ ο Αρνολντ έσωσε τον εαυτό του από την αναπόφευκτη σύλληψη. Το συμβούλιο χρειάστηκε αρκετές ημέρες για να εξετάσει τα στοιχεία, και στη συνέχεια καταδίκασε τον Αντρέ ως κατάσκοπο. Εχει θεωρηθεί ότι το συμβούλιο δεν ήταν ομόφωνο στην ετυμηγορία του, αλλά τα στοιχεία δεν ήταν επαρκή. Την ίδια ώρα οι Βρετανοί πίεζαν τον Ουάσιγκτον για την απελευθέρωση του Αντρέ, επισημαίνοντας ότι οι ίδιοι δεν είχαν επιβάλει τη μέγιστη των ποινών στον Αμερικανό που δήλωνε πίστη στη Βρετανία, ενώ κατασκόπευε για λογαριασμό της αμερικανικής πλευράς. Ολες οι προσπάθειες ήσαν ανώφελες. Ο Ουάσιγκτον δεν συζήτησε καν το αίτημα του Αντρέ να εκτελεσθεί στο απόσπασμα σαν στρατιώτης, παρά να κρεμαστεί σαν κατάσκοπος. Ισως για να αποφευχθούν περαιτέρω διαβήματα, η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την ετυμηγορία. Το επεισόδιο αμαύρωσε τη φήμη του Ουάσιγκτον, ακόμη και στη δική του πλευρά.

Αλλά τι έπρεπε να κάνει ο Ουάσιγκτον; Γεγονός είναι ότι ο Αντρέ είχε γίνει κατάσκοπος κατά λάθος. Αυτό βέβαια δεν αποτελούσε δικαιολογία. Οπωσδήποτε είχε συμπεριφερθεί ως κατάσκοπος καθώς κρυβόταν την ημέρα, είχε μεταμφιεσθεί σαν παρτιζάνος Αμερικανός και φορούσε πολιτικά ρούχα.

Η βασική ανησυχία του Ουάσιγκτον ήταν η πειθαρχία και το ηθικό των στρατευμάτων του. Τα δικά του καταγεγραμμένα σχόλια για την υπόθεση Αντρέ έδειχναν ότι κίνητρό του δεν ήταν μια επιθυμία εκδίκησης για τιμωρία του Αντρέ επειδή δεν μπορούσε να φτάσει στον κυρίως ένοχο Μπένεντικτ Αρνολντ. Θαύμαζε το θάρρος του Αντρέ, τη συμπεριφορά και τη διαγωγή του ως αξιωματικού. Αλλά η επικίνδυνη θέση του στρατού του υπερίσχυε στο μυαλό του Ουάσιγκτον. Οι πληρωμές ήταν συχνά πολύ καθυστερημένες, η πειθαρχία είχε καταρρεύσει σε ορισμένες μονάδες, και υπέβοσκε κίνδυνος ανταρσίας. Η προδοσία του Αρνολντ ήταν ένα παράδειγμα αλλοτρίωσης στις αμερικανικές στρατιωτικές τάξεις . Ο Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αφήσει να θεωρηθεί ότι η προδοσία ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή, ούτε ότι οι Βρετανοί αξιωματικοί ήσαν ελεύθεροι να εξερευνούν στρατηγικές περιοχές μέσα στις αμερικανικές γραμμές χωρίς να τιμωρούνται. Εάν ο Αντρέ επρόκειτο να τιμωρηθεί για τον δικό του ρόλο στην προδοσία, ο Ουάσιγκτον δεν είχε εναλλακτικές. Οι κατάσκοποι δεν εκτελούνταν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά απαγχονίζονταν. Η μετατροπή μιας καταδίκης θα ήταν δύσκολη εν καιρώ πολέμου, καθώς εγκαταστάσεις για μακρόχρονη φυλάκιση ήσαν ανύπαρκτες στον στρατό. Να τον επιστρέψει στις βρετανικές γραμμές ήταν αδιανόητο. Φαίνεται ότι ο Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη εναλλακτική από το να προχωρήσει στον απαγχονισμό και δεν ήθελε να δώσει εσφαλμένες ελπίδες καθυστερώντας τον. Είχε κάνει το καθήκον του, όπως το αισθανόταν και απάλυνε τις ενοχές του με τον γενναίο φόρο τιμής που απέδωσε στον Αντρέ μετά τον θάνατό του.

(Πηγή: «Ανατρέποντας την Ιστορία», Ράινερ και Στάπλεϊ, Εκδ. Ενάλιος)