Η Θαλιδομίδη, παρασκευάστηκε το 1950 από μια γερμανική βιομηχανία την Grunenthal, ως ηρεμιστικό. Η βιομηχανία απασχολούσε 1.500 εργάτες και ως τότε παρασκεύαζε σαπούνια και καθαριστικά. Το 1950, η εταιρεία ίδρυσε την θυγατρική Chemie Grunenthal, που άρχισε την παραγωγή αντιβιοτικών. Αν και αρκετοί ιατροί ανέφεραν περιστατικά με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ακόμη και θανάτους, από φάρμακά της, η εταιρεία τα αγνόησε και προχώρησε στην παρασκευή ηρεμιστικών και υπνωτικών, όπως η Θαλιδομίδη. Ηταν μια δημοφιλής ουσία, αφού καταπολεμούσε άμεσα τις ναυτίες των εγκύων.

Αλλά η Θαλιδομίδη αποδείχθηκε τελικά ότι διαπερνούσε τον πλακούντα και εμπόδιζε την ανάπτυξη των αιμοφόρων αγγείων, προκαλώντας σοβαρές δυσμορφίες στα έμβρυα, που εκδηλώνονταν με τη σοβαρή δυσμορφία ή και την απόλυτη απουσία των άκρων. Υπολογίζεται ότι επηρεάστηκαν τουλάχιστον 15.000 έμβρυα, σε 46 χώρες, από τα οποία 12.000 γεννήθηκαν με γενετικές ανωμαλίες, ενώ το ένα τρίτο απ’ αυτά, πέθανε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Οσοι επέζησαν είναι ζωντανοί ως σήμερα, αν και παλεύουν πάντοτε με τις δυσμορφίες τους. Για παράδειγμα, ο Τόμας Κβάρστχοφ, ένας από τους διαπρεπείς βαρύτονους της Γερμανίας, γεννήθηκε το 1959 με σοβαρές δυσμορφίες στα χέρια του. Τα μουσικά σχολεία τον απέρριπταν συνεχώς, γιατί αδυνατούσε να παίξει κάποιο μουσικό όργανο, επειδή είχε υπολειμματικά χέρια. Αν και ο Κβάρστχοφ έγινε διάσημος, είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Το πρώτο «μωρό της θαλιδομίδης» πιστεύεται ότι γεννήθηκε το 1956. Ως το 1960, οι πωλήσεις της θαλιδομίδης είχαν αυξηθεί, παρά τις αναφορές για δυσμορφίες, που έρχονταν πια απ’ όλον τον κόσμο. Το φάρμακο το διακινούσαν 14 εταιρείες σε πολλές χώρες, με διαφορετικές εμπορικές ονομασίες και ήταν διαθέσιμο χωρίς ιατρική συνταγή. Οι γιατροί το χορηγούσαν ευρέως για πονοκεφάλους, γρίπη, άσθμα, κ.ά. Επίσης για να ηρεμούν τα νευρικά μωρά και να κοιμούνται καλύτερα οι έγκυες. Παγκοσμίως η θαλιδομίδη ήταν το φάρμακο με τις περισσότερες συνταγογραφήσεις.

Το 1960, η θαλιδομίδη είχε τόση διάδοση σ’ όλον τον κόσμο, που η Grunenthal αποφάσισε να ζητήσει την έγκριση του Αμερικανικού Οδηγού Φαρμάκων (ΑΟΦ), για να πουλήσει το φάρμακο στις ΗΠΑ. Η Grunenthal εξακολουθούσε να λέει ότι: «Η καταστροφή οφειλόταν σε άγνοια, ίσως και σε απροσεξία». Τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σε πολλά δικαστήρια καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της άγνοιας. Τον Αύγουστο του 1959 ένας γιατρός από τη Βασιλεία, περιέγραψε τη θαλιδομίδη ως: «φριχτό φάρμακο» λόγω της επίδρασής της στο νευρικό σύστημα.

Σύντομα εμφανίστηκαν γιατροί-ήρωες. Πρώτη ήταν η Φράνσις Ολνταμ Κέλσεϊ, μια νέα γυναίκα που μόλις είχε προσληφθεί στον ΑΟΦ και είχε ασχοληθεί σε έρευνες για την τοξικότητα φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη. Η Κέλσεϊ αρνήθηκε να δώσει άδεια κυκλοφορίας της θαλιδομίδης στις ΗΠΑ. Παρά τις τεράστιες πιέσεις από μια τοπική φαρμακευτική εταιρεία, το φάρμακο δεν κυκλοφόρησε μέχρι τη στιγμή που ο υπόλοιπος κόσμος κατάλαβε το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής. Ετσι, σώθηκαν χιλιάδες ζωές και το 1962, η Κέλσεϊ πήρε από τον πρόεδρο Κέννεντι τη μεγαλύτερη δυνατή διάκριση που μπορεί να πάρει πολίτης στις ΗΠΑ.

Ο, τι και να έγινε, οι ισχυρισμοί των ευρωπαϊκών φαρμακευτικών εταιρειών, ότι δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν την ασφάλεια του φαρμάκου, καταρρέουν μετά την απόρριψη της έγκρισής του από τις ΗΠΑ. Πάντως και στη Γαλλία δεν είχε δοθεί έγκριση, όπως και στις χώρες πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε λόγος αμφισβήτησης της ασφάλειας του φαρμάκου, ήταν επομένως ανυπόστατο.

Τον Απρίλιο του 1961, ο δρ. Γουίλιαμ Μακμπράιντ στο Σίδνεϊ, σοκαρίστηκε από τις δυσμορφίες των κάτω άκρων και του εντέρου τριών βρεφών που γεννήθηκαν πολύ κοντά χρονικά. Η έρευνά του αποκάλυψε πως το μόνο κοινό που είχαν οι τρεις μητέρες ήταν η θαλιδομίδη. Οι επείγουσες προειδοποιήσεις του αγνοήθηκαν από τους τοπικούς αντιπροσώπους και η εταιρεία Distillers στην Αγγλία, ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε ποτέ γραπτή αναφορά.

Η προώθηση του φαρμάκου εντάθηκε και διανεμήθηκαν 250.000 φυλλάδια, που έλεγαν ότι η θαλιδομίδη είναι «ακίνδυνη ακόμα και μετά από μακροχρόνια χρήση» και «απολύτως ασφαλής ακόμα και για τα βρέφη», παρά το ότι ο δρ Σόμερς, από τα εσωτερικά εργαστήρια της Distillers, που παρασκεύαζε την θαλιδομίδη, είχε στείλει εσωτερικά υπομνήματα για την υψηλή τοξικότητα του φαρμάκου. Ο Μακμπράιντ έστειλε άρθρο στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet», με τίτλο: «Θαλιδομίδη και συγγενείς ανωμαλίες» που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1961. Στη Δυτική Γερμανία, από σύμπτωση, ο δρ Βίντουκιντ Λεντς ασχολήθηκε με τις δυσμορφίες των άκρων και των αυτιών και, στα μέσα Νοεμβρίου, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με τον Μακμπράιντ. Τηλεφώνησε στις 16 Νοεμβρίου στην Grunenthal για να εκφράσει τις ανησυχίες του, αλλά χρειάστηκε να περάσουν δέκα μέρες και να ασκήσει έντονες πιέσεις ο τύπος για να ληφθούν μέτρα.

Η απόσυρση του φαρμάκου άρχισε στις 16 Νοεμβρίου του 1961 στη Δυτική Γερμανία και λίγες μέρες αργότερα στη Βρετανία και την Αυστραλία. Παραδόξως, εξακολούθησε να πωλείται σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, χωρίς ιατρική συνταγή, για πολλούς μήνες μετά την απόσυρσή του από τη Γερμανία.

Ακολούθησε μια αποτυχημένη προσπάθεια των φαρμακευτικών εταιρειών να αποζημιώσουν επαρκώς τα θύματα. Το 1972, η εφημερίδα Sunday Times του Λονδίνου δημοσίευσε ένα εκπληκτικό άρθρο όπου κατηγορούσε ανοιχτά την εταιρεία Distillers επειδή δεν αποζημίωσε επαρκώς τα θύματα. Η εταιρεία προσέφυγε στα δικαστήρια, αλλά τελικώς στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο η εφημερίδα πέτυχε μια περιφανή νίκη της δημοσιογραφίας και του ελεύθερου λόγου.

Η ιστορία της θαλιδομίδης μπορεί να έχει συνέχεια, αφού φαίνεται να επιδρά πολύ θετικά στο AIDS και στη λέπρα καθώς και σε μερικούς καρκινικούς όγκους. Λέτε η θαλιδομίδη να επανέλθει ως σωτήρας και όχι ως καταστροφέας;

(Στοιχεία έχουν ληφθεί από το βιβλίο: Οι χειρότερες Αποφάσεις της Ιστορίας, Stefhen Weir, Εκδ. Κλειδάριθμος)