Ο 40ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ρόναλντ Ρέϊγκαν και η πρώτη και μοναδική γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας η Μάργκαρετ Θάτσερ, οι δύο ηγέτες – η «Σιδηρά Κυρία» και ο ηθοποιός του Χόλυγουντ που το γύρισε στην πολιτική – είχαν θαυμάσιες σχέσεις μεταξύ τους.

Την εποχή πριν από το Διαδίκτυο, το Skype και τα κινητά τηλέφωνα, οι άνθρωποι έπρεπε να βασίζονται στα σταθερά τηλέφωνα, τα οποία συχνά έπασχαν από «μπλέξιμο» των γραμμών, μια «διαρροή» ενός μέρους ή και του συνόλου μιας συνομιλίας από τη μία γραμμή στην άλλη.

Το 1982, οι Ολλανδοί δημοσιογράφοι έλαβαν μια ανώνυμη κασέτα που υποτίθεται ότι ήταν η καταγραφή μιας συνομιλίας μεταξύ του Προέδρου Ρέιγκαν και της Πρωθυπουργού Θάτσερ. Η συνομιλία ήταν κακής ποιότητος, ημιτελής και με παρεμβολές, αλλά οι φωνές αναγνωρίζονταν εύκολα. Σ’ αυτή τη χρονική περίοδο κυριαρχούσαν δύο γεγονότα: ο Πόλεμος των Φόκλαντ (Απρίλιος – Ιούνιος 1982) και η σοβιετοαμερικανική διαμάχη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς. Η καταγεγραμμένη συνομιλία αφορούσε και τα δύο θέματα με μάλλον αναπάντεχο τρόπο.

Η συζήτηση αρχίζει με τα γεγονότα του Πολέμου των Φόκλαντ. Τα νησιά Φόκλαντ (Μαλβίνες στα Ισπανικά) είναι ένα έρημο αρχιπέλαγος στον Νότιο Ατλαντικό, στο τέλος του κόσμου, που κατοικούνται κυρίως από πρόβατα. Η πλησιέστερη στεριά – η Αργεντινή – απέχει 480 χλμ. προς τα δυτικά. Τα νησιά ήταν βρετανικά από τις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά τα διεκδικούσε και η Αργεντινή. Τον Απρίλιο του 1982, η δεξιά δικτατορία του Στρατηγού Γκαλτιέρι, εισέβαλε στα νησιά, πιστεύοντας ότι η βρετανική κυβέρνηση ήταν πολύ μακριά για να παρέμβει. Η Μάργκαρετ Θάτσερ όμως το είδε ως ιδανική ευκαιρία για να ωφεληθεί πολιτικά και έστειλε μια βρετανική στρατιωτική δύναμη να επανακαταλάβει τα νησιά.

Αν και οι ΗΠΑ, σύμμαχος και της Αργεντινής και της Βρετανίας, προσπάθησαν να μεσολαβήσουν ώστε το ζήτημα να λυθεί με διαπραγματεύσεις, οι ελπίδες για ειρήνη εξανεμίστηκαν όταν ένα βρετανικό υποβρύχιο βύθισε ένα πολεμικό πλοίο της Αργεντινής, το Μπελγκράνο με αποτέλεσμα τον θάνατο 300 ατόμων. Δύο μέρες αργότερα, ένας αργεντινός πύραυλος έπληξε το βρετανικό πολεμικό Σέφιλντ, με αποτέλεσμα την απώλεια 24 ατόμων.

Στην κασέτα ο Ρέιγκαν φαίνεται να υπονοεί ότι η Θάτσερ είχε επίτηδες βάλει στόχο το Μπελγκράνο, για να καταποντίσει τις αμερικανικές ειρηνευτικές προσπάθειες και ακούγεται να λέει: «Η Αργεντινή ήταν ο εισβολέας! Χρησιμοποιήθηκε βία. Βία χρησιμοποιούμε κι εμείς για να τους τιμωρήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται». Ο Ρέιγκαν στη συνέχεια στην κασέτα κατηγορεί την Θάτσερ ότι άφησε να χτυπηθεί το Σέφιλντ ώστε να εξασφαλίσει ότι θα υπάρξει ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δύο χωρών.

Κατόπιν, η συζήτηση μεταφέρεται στην πυρηνική πολιτική των ΗΠΑ, σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής στην Ευρώπη. Οι αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν μια περίοδος μεγάλης έντασης μεταξύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ από τη μια πλευρά, και της Σοβιετικής Ενωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας από την άλλη. Οι Συνθήκες Περιορισμού των Στρατηγικών Οπλων είχαν περιορισμένη μόνο επίδραση στη μείωση του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης. Σε αυτό το σημείο, στην κασέτα, ο Ρέιγκαν λέει παγερά: «Σε περίπτωση σύγκρουσης, θα εξαπολύσουμε πυραύλους εναντίον συμμάχων για τον αποτελεσματικό περιορισμό της Σοβιετικής Ενωσης». Αυτό σήμαινε ότι οι ΗΠΑ θα στόχευαν ευρωπαϊκές χώρες για να αποκρούσουν μια σοβιετική επίθεση.

Οι τελευταίες λίγες παραμορφωμένες φράσεις υπονοούν ότι ο Πρόεδρος μπορεί να εξέταζε ακόμη και το ενδεχόμενο να βομβαρδίσει το Λονδίνο, αν ήταν απαραίτητο.

Εκρηκτικό υλικό, αν η κασέτα αποδεικνυόταν γνήσια. Ομως οι Ολλανδοί δημοσιογράφοι, που ήταν οι παραλήπτες, εξέφρασαν αμέσως τον σκεπτικισμό τους. Μια μεταγενέστερη εξέταση της κασέτας, έδειξε ότι δεν ήταν προϊόν καταγραφής μιας συνομιλίας, αλλά εξ ολοκλήρου συρραφή από τμήματα ομιλιών των δύο ηγετών. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έδειξε αμέσως τη σοβιετική υπηρεσία πληροφοριών, την KGB, η οποία ήταν γνωστή για την παραγωγή πλαστών εγγράφων.

Το 1984, η Κυριακάτικη βρετανική εφημερίδα Ομπζέρβερ, αποκάλυψε ότι η κασέτα του Θάτσεργκέιτ δεν ήταν μια απαίσια σοβιετική σκευωρία, αλλά είχε συναρμολογηθεί από τα μέλη του ροκ συγκροτήματος Crass, σε μια αγροικία στη μικρή αγγλική πόλη Επιγκ, στο Εσεξ, λίγο έξω από το Λονδίνο. Το συγκρότημα σχηματίστηκε το 1977, αυτοπροσδιοριζόμενο ως «αναρχοπάνκ», και με ιδέες ισχυρά φεμινιστικές, αντιρατσιστικές, αντιπολεμικές, αντικαταναλωτικές, και αντιπαγκοσμιοποιητικές. Οι Crass δεν περίμεναν το είδος της αντίδρασης που εκδήλωσε η κυβέρνηση και ο τύπος των ΗΠΑ για την κασέτα. Σε μια μεταγενέστερη συνέντευξη, ένα από τα μέλη του συγκροτήματος είπε: «Η αντίδραση ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που περιμέναμε. Απλώς δεν πιστέψαμε ότι θα την πατούσαν. Αυτό δείχνει τι μπορεί να καταφέρει κανείς».

Ενα άλλο μέλος πρόσθεσε σχετικά: «Πιστεύουμε πως, παρόλο που η κασέτα ήταν φάρσα, αυτά που λέγονται είναι στην ουσία αλήθεια».

Το συγκρότημα διαλύθηκε το 1984.

(Πηγή: ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)