Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
δε θέλω ούτε μερτικό απ’ το κοπάδι
μού ‘πες φτερά πως έχω κάποιο κρύο βράδυ
μα εγώ φτερά δεν έχω άμα δεν τ’ ανοίγω

Πάρε αγέρι στα ουράνια την πνοή μας
να κάμει όσα ονειρευτήκαμε ταξίδια
εδώ ο άρχοντας μοιράζει μπιχλιμπίδια
κι εμείς του δίνουμε στιγμές απ’ τη ζωή μας

Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
εδώ ο έρωτας πια δεν περνοδιαβαίνει
αφού τ’ αδέρφια μας γυρνούν σαν κολασμένοι
για να μαζέψουνε το βιος τους λίγο-λίγο

Πάνω στο στέμμα μου βρυχάται άγριος λιόντας
κι είναι του άγνωστου ο πιο μεγάλος τρόμος
το ξέρεις μάτια μου πως δεν υπάρχει δρόμος
αφού το δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας

 

Δημήτρης Αποστολάκης