Ο ιστορικός Ευάγγελος Χεκίμογλου εντόπισε, ύστερα από έρευνες δύο ετών, στο αρχείο της Τράπεζας Θεσσαλονίκης εφτά επιταγές οι οποίες δόθηκαν ως λύτρα από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης στις Γερμανικές κατοχικές αρχές κατά την περίοδο 1942-1943. Ο Μέρτεν, όταν δικάστηκε στην Ελλάδα, είχε ομολογήσει ότι έλαβε λύτρα από την Ισραηλιτική Κοινότητα, αλλά υποστήριξε ότι τα χρήματα αυτά κατέληξαν στην Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, πράξη που η Γερμανική Κυβέρνηση αρνήθηκε. Θα μπορούσε όμως αυτό το ποσό που αναφέρεται στις επιταγές να αποτελεί το σύνολο των χρημάτων που απέσπασε ο Μέρτεν από τους Εβραίους; Σίγουρα όχι, γιατί εκτός από τα λύτρα που πήρε, απέσπασε και κάθε τι πολύτιμο είχαν αυτοί οι άνθρωποι και ένα μεγάλο μέρος όλων αυτών των κλοπιμαίων κρατήθηκαν για προσωπικό του όφελος.

Η πρώτη επίσημη έρευνα του πληροφοριοδότη για την ανεύρεση του θησαυρού ξεκίνησε με το ερευνητικό πλοίο «Καπετάν Μπάμπης», τον Αύγουστο του 2000, υπό την επιτήρηση της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος. Τελικά, ύστερα από έρευνες των δυτών, το νησάκι που είχε εντοπίσει το σόναρ, κοντά στο νησάκι Βενετικό, αποδείχθηκε ότι ήταν βράχος και οι έρευνες τερματίστηκαν άδοξα. Υπήρξαν καταγγελίες στον Τύπο, ότι όλα αυτά ήταν μια καλοστημένη απάτη και, τουλάχιστον 30 άτομα έχασαν τις οικονομίες τους –περίπου δύο εκατομμύρια ευρώ – που είχαν επενδύσει στην επιχείρηση αυτή.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι ο Μέρτεν δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να μεταφέρει το σύνολο των κλαπέντων θησαυρών, ώστε να τους κρύψει σε ένα μόνο σημείο. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες ότι σε κάποιο ορυχείο στο Βέρμιο της Ημαθείας, κρύφτηκαν τριάντα ράβδοι χρυσού, βάρους 12 κιλών έκαστος, προερχόμενοι από τα λάφυρα των Εβραίων, ώστε να τους πάρει ο Μέρτεν, όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν. Επίσης, ο Μέρτεν είχε δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο, ότι: «Οταν κοιτώ τη Χαλκιδική σκέφτομαι ότι η δουλεία μου έχει τρία ποδάρια», κάτι που θεωρήθηκε ότι εννοούσε τους θησαυρούς του που είχε κρύψει στην περιοχή.

Στην ιστοσελίδα του συγγραφέως κατατέθηκαν δύο μαρτυρίες. Η πρώτη, τον Αύγουστο του 2005, περιλάμβανε τα εξής:

«Το 2001, κάπου στη Γερμανία, συναντήθηκαν Ελληνες επιχειρηματίες του Μονάχου και Γερμανοί όλοι τους μέλη στην νεοναζιστική δύναμη. Σκοπός τους ήταν η οργάνωση αποστολής στην Β. Μακεδονία για τον εντοπισμό του θησαυρού του Μέρτεν, βάση εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους. Ο αρχηγός της αποστολής ανέφερε ότι: Ο θησαυρός φορτώθηκε σε τρένο από το ίδιο τον Μέρτεν και τη φρουρά του, με προορισμό τη Γερμανία. Η μεταβολή της κατάστασης ανάγκασε τον Μέρτεν να κρύψει το μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού σε σημείο που μόνο ο ίδιος γνώριζε, χρησιμοποιώντας μηχανοκίνητα οχήματα που μετέφερε το γερμανικό τρένο και να πάρει μαζί του μόνο ένα μικρό μέρος. Το ραντεβού του με το τρένο ήταν στα σύνορα, πριν βγουν από την χώρα, όπου ο Μέρτεν επιβιβάστηκε ύστερα από ώρες, μόνο με την προσωπική του φρουρά.

Αφού ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες της επιχείρησης και μοιράστηκαν οι ρόλοι στον καθένα, έμενε να ανακοινωθεί η ημερομηνία, που ήταν μετά περίπου ένα μήνα. Η ομάδα οδηγήθηκε κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη, από τους νεοναζί που ήταν ήδη εκεί. Η ολοήμερη έρευνα που ακολούθησε, παρ’ όλα τα μηχανικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, δεν έδειξε το παραμικρό. Ετσι, η αποστολή θεωρήθηκε ανεπιτυχής και έλαβε τέλος, και οι Γερμανοί επέστρεψαν στη χώρα τους.

Αργότερα, έγινε γνωστό ότι εκείνες τις μέρες στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, εντοπίστηκε μια ομάδα από Γερμανούς πεζοπόρους που έφεραν πάνω τους ραντάρ εδάφους και είπαν πως ενεργούσαν γεωλογικές μετρήσεις. Ηταν οι νεοναζί».

Η επόμενη μαρτυρία προερχόταν από άτομο που έλεγε πως ήταν παρόν στις περιγραφόμενες καταστάσεις:

«Οταν ήμουν μέλος ερευνητικής ομάδας τέτοιων υποθέσεων, υπεύθνος ήταν ένας Στρατηγός σε αποστρατεία. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1993, τον επισκέφθηκε υπάλληλος ταξιδιωτικού γραφείου και τον ρώτησε αν είναι διαθέσιμος να συνεργαστεί με μια νεαρή Γερμανίδα και τη μητέρα της που αναζητούσαν έναν θησαυρό. Ο Στρατηγός δέχτηκε και συναντήθηκαν τα Χριστούγεννα. Η μητέρα λεγόταν Χριστίνα και η μικρή Μπρίτα. Η μικρή ήταν φοιτήτρια και η μητέρα ήταν φαρμακοποιός σε πολυεθνική εταιρεία στην Ανατολική Γερμανία. Η μητέρα ενημέρωσε ότι ήταν ερωμένη του Μέρτεν, ο οποίος της έστειλε ένα γράμμα και τρεις χάρτες, όπου της εξηγούσε ότι ο θησαυρός των Εβραίων χωρίστηκε σε τρία μέρη που κρύφτηκαν σε τρία διαφορετικά σημεία.

Το πρώτο σημείο ήταν σε κρύπτη, κοντά στο σπίτι που κατοικούσε ο Μέρτεν, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το στρατόπεδο. Στη δεύτερη ιστορία τα χαρτιά ήταν ταλαιπωρημένα και δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουν, αλλά η Χριστίνα ισχυριζόταν ότι γνώριζε την ιστορία προφορικά.

Η τρίτη ιστορία έδειχνε το χωριό Κρύα Νερά του Λαγκαδά. Χωρικός που γνώριζε την Οσσα, τους πήγε στο εσωτερικό του βουνού, στην τούρκικη βρύση του «Τενεκετζή» και μετά σε μια δεύτερη, αλλά δεν ούτε αυτή ήταν εκείνη που έψαχναν, ούτε και η τρίτη. Στη συνέχεια, ακολουθώντας το λούκι, έφτασαν σε μια παμπάλαια βρύση, που ήταν η κυρίως πηγή. Λίγα μέτρα τους χώριζαν από τον θησαυρό.

Και μάλλον έτσι ήταν, μόνο που τους είχαν προλάβει άλλοι. Εξι μέτρα ανατολικά, υπήρχε σκάμμα, όπου βρήκαν πολλές σκουριασμένες λαμαρίνες και ένα σίδερο σε σχήμα Π που μάλλον ήταν χερούλι κάσας. Σε μικρή απόσταση βρήκαν τρεις σακούλες με σκουπίδια Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ένα άδειο πακέτο από τσιγάρα «ΗΒ», που δεν είχε αγοραστεί στην Ελλάδα. Ολα έδειχναν πως ήταν δύο άτομα, ασυνήθιστα σε καταπονήσεις γιατί βρέθηκε μπουκάλι με αντιηλιακό, ένα αντικουνουπικό και μία ενυδατική κρέμα…»

(Συνεχίζεται)

(Πηγή: Αναζητώντας Θρυλικούς Θησαυρούς, Συγγρ. Ι. Μπαϊμπάκης, Εκδ. Λεξίτυπον)