Ηδη από την άνοιξη του 1992 που τα διάφορα ψυχολογικά προβλήματα υποχωρούσαν και μόλις μετά από 15 μήνες δεσμό αντιλαμβανόμουν με τρόπο που δεν ήθελα να παραδεχθώ ότι η σχέση αυτή περιείχε στοιχεία ψυχαναγκασμού. Αγαπούσα βαθιά το Χριστινάκι, αλλά δεν ήταν αυτό που επιζητούσα τελικά στη ζωή μου-αν και το τελευταίο δεν το γνωρίζω καλά-καλά ούτε σήμερα. Υπήρξε μια αφοσιωμένη κοπέλα, με συγκινητική πίστη στις δυνατότητές μου, άξια παραστάτιδα στους αγώνες μου ενάντια στο άγχος και στην κατάθλιψη (πολλές φορές βέβαια χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς ένιωθα), κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες απέναντι στους βιαστικούς γονείς της με τη νοοτροπία του επαρχιωτισμού. Μα, περισσότερο απ’ όλα, η Χριστίνα ήταν αυτό που λέμε «κορίτσι από σπίτι» που δεν λοξοκοιτούσε άλλους άνδρες και έμοιαζε σαν έτοιμη από καιρό για τον γάμο (που πιθανότατα είχε περάσει στο DNA της ως φυσιολογικός προορισμός της γυναίκας).

Εγώ πάλι είχα στριμώξει κάτω από το χαλί τα διάφορα προβλήματά μου, δίχως να γνωρίζω τότε πόσο πολύ καιρό είχα μπροστά μου για να τα επιλύσω και να προχωρήσω. Για έναν Ρένο που η απώλεια μερικών τριχών από το κεφάλι του έμοιαζε με ανατριχιαστικό εφιάλτη, η Χριστίνα ήταν ο μονόδρομος προς την αίσθηση ασφάλειας, ήταν το απάνεμο καταφύγιο, το αποκούμπι μου στις δύσκολες στιγμές της αναβλητικότητας και της αποθάρρυνσής μου από τους καίριους στόχους που είχα θέσει. Για να το πούμε απλά: Η Χριστίνα δεν ταίριαζε με τον Ρένο Μπαλή, δεν είχαν απολύτως κανένα κοινό, αλλά ήταν σύμφυτη με τον Ρένο Μπαλή του 1992. Παρά τα παραπάνω ούτε σαν σκέψη δεν πέρναγε από το μυαλό μου να χωρίσω. Ακουγα για άλλα ζευγάρια ερωτευμένα που κάνανε δεσμούς και παντρεύονταν αλλά ίσως βαθιά μέσα μου να πίστευα πως δεν μου αξίζει να ερωτευθώ-ένα ακόμη ψυχαναγκαστικό στοιχείο του χαρακτήρα μου. Μάλιστα, σε μια συνεδρία με τον παιδοψυχίατρο του 1984, εκείνος μου έδωσε μια εντελώς λάθος συμβουλή: «Αν χωρίσεις δεν σου προσφέρει τίποτα στην ψυχολογία σου, είναι σαν να βγάζεις από την τσέπη σου ένα χαρτομάντιλο και να το πετάς…». Αυτές τις ανεπανάληπτες στιγμές δεν κατανοούσα πως ακριβώς αυτή η υποχώρηση στο αισθηματικό πεδίο ήταν που φούντωνε μέσα μου τη δυσαρέσκεια του… άλλου μου εαυτού, εκείνου που, υποτίθεται, προοριζόταν για μεγαλεία και αναγνωρισιμότητα.

Και άφησα τα χρόνια να περνούν… Και όσο αυξανόταν η απόσταση από τις 2 Δεκεμβρίου του 1990, ημέρα που τα φτιάξαμε τόσο πιο απίθανος φαινόταν ο χωρισμός ενός-κατά τα άλλα-ιδανικού ζευγαριού. Οι απαιτήσεις της Χριστίνας παρέμεναν χαμηλές, κάτι που μου προσέδιδε ακόμη περισσότερη σιγουριά και ηρεμία. Σκεφτόμουν συχνά ποια άλλη θα ανεχόταν τον ιδιόμορφο-τουλάχιστον-ψυχισμό μου, τα προβλήματα εξωτερικής εμφάνισης και της (μελλοντικής) φαλάκρας μου;

Οταν ανακοίνωσα στη Χριστίνα πως οι δικοί μου μού δίνουν κάποια χρήματα για να αγοράσω ένα μικρό αυτοκίνητο το 1997, τότε ξέσπασε σε λυγμούς. Και μόνο εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα πόσο πολύ την ενδιέφερε ο γάμος που αναβαλλόταν συνεχώς με διάφορες προφάσεις. Η πίεση από τον πατέρα της (κυρίως) θα πρέπει να γινόταν αφόρητη. Ωσπου το 1998 αποφάσισα να κατέβω για υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος. Τότε δεν γνώριζα ακόμα πως το ανιδιοτελές ενδιαφέρον της Χριστίνας χωρίς όρους και αστερίσκους είχε αρχίσει να υποχωρεί. Το καφενεδάκι στο Μπουρνάζι που συναντιόμασταν τις καθημερινές δεν έμοιαζε πλέον με τον παράδεισό της και η προσκόλληση πάνω μου δεν θα κρατούσε στους αιώνες των αιώνων. Ουσιαστικά το 1998 και οι δημοτικές εκλογές ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να της αποδείξω πως κι εγώ θέλω να την παντρευτώ. Ισως συνδύαζε την εκλογή μου με οικονομικά οφέλη που θα προέκυπταν στην πορεία, αλλά με έναν απολύτως έντιμο άνθρωπο σαν και μένα μόνο βέβαιο δεν φαινόταν.

Οταν μάλιστα η μη εκλογή μου κρίθηκε στο νήμα, έπρεπε να αντιληφθώ τα πρώτα σημάδια βαθιάς της απογοήτευσης. Και ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του Φεβρουαρίου του 1999-κι ενώ είχε να μου τηλεφωνήσει μέρες-μου αποκάλυψε τι ένιωθε πλέον για μένα: «Ρένο, ο δεσμός μας δεν πάει καλά, υπάρχουν προβλήματα». Από εκείνη τη σημαδιακή μέρα η Χριστίνα δεν θα ήταν ποτέ η ίδια κοπέλα που γνώρισα. Το συνεσταλμένο Χριστινάκι είχε πάει περίπατο. Αυτά ήταν ολοφάνερα και έπεσα από τα σύννεφα με την ξαφνική της αλλαγή. Εκείνο που θα ανακάλυπτα αργότερα ήταν πως σε πλήρη… συμπαιγνία με μια τσαούσα φίλη της, στον δεσμό μας είχε εισχωρήσει και το τρίτο πρόσωπο που σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκει γόνιμο έδαφος για να πλησιάσει.

Η άτολμη Χριστίνα άλλαζε προς το μοντέρνο το ντύσιμό της, μιλούσε σε άγνωστα σε μένα πρόσωπα στο τηλέφωνο φροντίζοντας να μην ακούω, είχε απαιτήσεις να πάει με δικιά της παρέα στη Σίφνο και το αγαπημένο μας στέκι που στέγασε όλα αυτά τα χρόνια τον στρεβλό έρωτά μας της φαινόταν πλέον μπανάλ και μου ζητούσε να πάμε σε πιο… νεολαιίστικα μπαράκια. Στο καθιερωμένο ετήσιο πάρτι μου εμφανίστηκε η πιο αδιάφορη Χριστίνα που είχα ζήσει ως τότε. Κάθισε πίσω από το μπαρ και ανέλαβε χρέη μπαργούμαν. Με πίκρα αλλά και με έκπληξη την άκουσα να λέει για μένα: «Του το είπα του μ@λ@κα αλλά δεν καταλαβαίνει…». Και τότε συνέβη το αδιανόητο: Ο έρωτας της ζωής μου η Σταυρούλα πλησίασε το μπαρ και έπιασε κουβέντα με τη μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Ο πιο εμπνευσμένος σκηνοθέτης δεν θα δημιουργούσε τέτοιο παλαβό σενάριο, που επιβαλλόταν να απαθανατιστεί!

Λίγες μέρες πριν τα γενέθλιά μου η Χριστίνα με είχε καλέσει για φαγητό στο σπίτι της που θα ήταν μόνη. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε στα ίσια πως δεν νιώθει τίποτα για μένα και έπρεπε να το αναβάλουμε. Τότε κατάλαβα πως τελειώσανε όλα. Της είπα καλή συνέχεια και καλή τύχη και έκλεισα το τηλέφωνο. Η Χριστίνα, το κορίτσι μου για σχεδόν εννέα χρόνια, με χώριζε με δικιά της πρωτοβουλία. Από δω και πέρα ο Ρένος Μπαλής έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ