Τα μεγάλα γαλάζια μάτια του κ. Χιώτη κοίταζαν μια εμένα και μια τις (ειλικρινείς μου απαντήσεις) στο ψυχολογικό τεστ. Τον είδα συνοφρυωμένο όπως ποτέ άλλοτε από τη μέρα που μου τον σύστησε ο πατέρας μου. Χοντρές στάλες ιδρώτα σχηματίζονταν στο κεφάλι του, ενώ είχε βαλθεί να κάμει και πάλι τους υπολογισμούς. Πατέρας και γιος τον κοιτούσαμε πλέον με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας. Τι δυσκολευόταν να ανακοινώσει; Ποιες δυσοίωνες σκέψεις διαπερνούσαν το μυαλό του;…

«Λοιπόν, υπάρχουν ορισμένα προβλήματα… ο νεαρός φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιες ψυχολογικές προκλήσεις… δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω αλλά είμαι αναγκασμένος να σας μιλήσω ανοιχτά…». Τώρα ένας κόμπος ανέβαινε στον δικό μου λαιμό και ένα γενικότερο αίσθημα αδιαθεσίας με κυρίεψε. Κοίταξα στα κλεφτά τον πατέρα μου: τα άδεια μάτια του δεν ήταν σίγουρα καλό σημάδι…

Με μια βαθιά ανάσα ο ψυχολόγος της παιδαγωγικής σχολής με τις εξαιρετικές περγαμηνές και τους πολυάριθμους επαίνους για την εργασία του άρχισε και πάλι να μιλά: «Λοιπόν, η Ρολογιά έχει μια σειρά από ψυχολογικά προβλήματα, πολύ ανησυχητικά για την ηλικία της. Το παιδί είναι φοβισμένο… Σύμφωνα με τις απαντήσεις του, όλες οι ψυχολογικές παράμετροι βρίσκονται εκτός φυσιολογικού, στο κόκκινο… Βεβαίως, υπάρχουν οι κατάλληλοι ειδικοί που ασφαλώς και θα βοηθήσουν αν απευθυνθείτε έγκαιρα…». Στράφηκε ξανά στον πατέρα μου: «Απ’ ό,τι μπορώ να διαπιστώσω με μια πρόχειρη ματιά, το παιδί έχει υπέρμετρο άγχος, βαθιές ανασφάλειες, αρκετές ιδεοληψίες, επιβεβαιωμένη υποχονδρία, δυσβάσταχτα αισθήματα ενοχής, αναρίθμητα αισθήματα κατωτερότητας…». Δεν θυμάμαι να βούρκωσα παρά την αδιαμφισβήτητη ταραχή μου-όλα τα παραπάνω τίποτα καλό δεν προμήνυαν αλλά και δεν τα πολυκαταλάβαινα είναι η αλήθεια. Αγνωστοι, ασυνήθιστοι όροι από τους οποίους μόνο το άγχος μού ήταν οικείο, άντε και η ανασφάλεια.

Το ζήτημα πλέον δεν ήταν τα πικρά λόγια ενός εξειδικευμένου στην ψυχολογία ανθρώπου. Η ανέφελη κανονικότητα και η ήρεμη ζωή τελείωναν οριστικά για τη Ρολογιά. Το χαρτάκι με τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του παιδοψυχίατρου στην οδό Σεμιτέλου ήταν απλώς η αναμενόμενη συνέχεια. Η δουλειά του κ. Χιώτη μόλις είχε λάβει τέλος. Παρά τις καλές του προθέσεις, ήταν αδύνατο να βοηθήσει περαιτέρω. Η ακριβής διάγνωση έγινε και δεν χωρούσαν σ’ αυτή αμφιβολίες και διαφωνίες.

Από αυτά που περιγράφω μεσολάβησαν δεκαετίες ολόκληρες. Είναι απολύτως λογικό να λησμονώ πρόσωπα και καταστάσεις. Το επόμενο που θυμάμαι ήταν το μικρό σαλονάκι του παιδοψυχίατρου Α.Δ. που με υποδεχόταν με ένα πλατύ χαμόγελο για πρώτη φορά. Γύρω μου καθόντουσαν γονείς και παιδιά, περιμένοντας στωικά τη σειρά τους. Υπήρχαν κάποια υποτυπώδη παιχνίδια για μικρότερα παιδιά, μια αφηρημένη διακόσμηση, λιγοστά πράγματα. Ο καλοσυνάτος άνθρωπος που μου συστήθηκε ως γιατρός με έβαλε να κάτσω απέναντί του. Με προέτρεψε να αρχίσω να περιγράφω τι μου συμβαίνει. Στην αρχή διστακτικά και με περισσότερο θάρρος όσο η ώρα περνούσε εξιστορούσα τα γεγονότα, την ώρα που απέναντί μου ο παιδοψυχίατρος γέμιζε ατέλειωτες κόλες με πρόχειρες σημειώσεις. Από εκείνη την πρώτη, τη μακρινή συνεδρία θυμάμαι μονάχα την αρχική μου κουβέντα: «Ξέρετε, γιατρέ, εγώ είχα τα συνηθισμένα προβλήματα που απασχολούν όλους τους ανθρώπους της ηλικίας μου αλλά ξαφνικά έκαναν την εμφάνισή τους κάποιου άλλου είδους ανησυχίες που μου φαίνονται ανεξήγητες…».

Μόλις είχα κλείσει τα 15 μου χρόνια και ξεκίναγε μια ανεπανάληπτη δοκιμασία που έμελλε να καθορίσει το υπόλοιπο του βίου μου. Φυσικά, τότε ήμουν παντελώς ανυποψίαστος για το δυσοίωνο μέλλον που διαγραφόταν μπροστά μου. Ούτε ο πιο απαισιόδοξος άνθρωπος του κόσμου δεν θα μπορούσε να μαντέψει τις δυσάρεστες εξελίξεις που πλησίαζαν απειλητικά. Εσείς, φίλες και φίλοι, θα τις μάθετε αναγκαστικά από μένα. Ποιος άλλωστε θα ήταν σε θέση να περιγράψει τη ζωή μου καλύτερα;

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.

(η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα…)