Τελειώνοντας τη συνεδρία, την πρώτη από τις εκατοντάδες που ακολούθησαν, ο παιδοψυχίατρος είχε γεμίσει καμιά δεκαριά κόλες χαρτί από τις χιλιάδες που θα έφθαναν τελικά. Ο πεπειραμένος γιατρός δεν χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να διαγνώσει μια φαινομενικά μπερδεμένη και αλλοπρόσαλλη κατάσταση: Αγχώδης νεύρωση συγκρουσιακού χαρακτήρα ήταν τα λόγια του-πραγματικά δεν θυμάμαι αν τα είπε σε μένα ή στους ανησυχούντες γονείς μου. Οπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο πατέρας μου ήταν της «αγγλικής σχολής», με δυο λόγια δεν θα μου απέκρυβε καμία ζωτική πληροφορία, όσο δυσάρεστη και ενοχλητική κι αν ακουγόταν στα αυτιά ενός φοβισμένου έφηβου. «Εκαναν πολλά χρόνια για να δημιουργηθούν, θα κάμουν πολλά για να περάσουν» ήταν η καταθλιπτική απάντησή του σε σχετικό μου ερώτημα. «Αντιμετωπίζοντας τη νεύρωση θα χάνεις συνεχώς αλλά πού και πού θα παίρνεις και καμιά ισοπαλία» συμπλήρωσε, παρουσιάζοντας την τραγική πραγματικότητα χωρίς την παραμικρή διάθεση ωραιοποίησης.

Υπήρχαν και καλά νέα: Στους γονείς μου ανακοινώθηκε ότι ο 15χρονος γιος τους διαθέτει ένα ασύλληπτο μυαλό που τον κατατάσσει στο 1% του γενικού πληθυσμού τουλάχιστον, γιατί αυτό το ποσοστό κάλλιστα θα μπορούσε να είναι και ένα στα χίλια. Αραγε θα έφθανε αυτή η διαπίστωση για να ανακουφίσει κάπως τους ταλαιπωρημένους δικούς μου; «Πρέπει να κάνει το τεστ τής MENSA», τους ανακοίνωσε…

Ο γιατρός της… «αγγλικής σχολής» έφθασε και σε άλλο αισιόδοξο συμπέρασμα: «Δεν σου λέω σε δυο-τρία χρόνια, αλλά, ας πούμε, στα 23 σου θα σε ξέρει όλη η Ελλάδα». Χαρμολύπη για γιο και γονείς…

Κι ενώ όλα αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν στο τέλος του Ιουλίου του 1984, μπροστά μας υπήρχε ένας-στα μάτια μου-ατελείωτος Αύγουστος μέσα στο κατακαλόκαιρο, στη διάρκεια του οποίου, ευτυχώς, ο Α.Δ. δεν θα απουσίαζε ούτε μια μέρα και θα είχα την ικανοποίηση να τον βλέπω σε όσες συνεδρίες κρινόταν απαραίτητο (τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα).  Μέσα σε εκείνες τις κρίσιμες ημέρες για την ψυχική μου υγεία, άρχισε να τίθεται, με το πέρασμα του χρόνου, κι ένα ακόμη αμείλικτο ερώτημα: Θα μπορούσα να πάω στο σχολείο όντας σε αυτή την ψυχολογική κατάρρευση; Οι γονείς μου σκέφθηκαν πως μάλλον έπρεπε να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα δίπλα στο πρότυπο σχολείο, αφού το σπίτι μου βρισκόταν σε σχετικά μακρινή απόσταση. Εγώ χαμένος μέσα στην απόγνωση ούτε καν που ασχολιόμουν με αυτές τις… λεπτομέρειες. Θεωρούσα το ζήτημα της νέας σχολικής χρονιάς επουσιώδες, τη στιγμή που δεχόμουν ακραία επίθεση από τους αόρατους στους άλλους δαίμονές μου που σμπαράλιαζαν μια εφηβική, τρυφερή ψυχή δίχως εμφανή αιτία και χωρίς-μέχρι εκείνη τη στιγμή-καμιά σύνδεση με άλλα γεγονότα. Την απελπιστική κατάσταση που βίωνα σε καθημερινή βάση, με έναν διαρκή τρόμο, ένα αδιάλειπτο άγχος και μια διαρκώς αυξανόμενη ανασφάλεια την ονόμασα «Σκοτάδι». Μέσα στο «Σκοτάδι» ο συναισθηματικός μου κόσμος γινόταν κουρέλι. Διάφορα συναισθήματα εναλλάσσονταν κι εγώ είχα γίνει έρμαιό τους, ανίκανος να προβάλλω την παραμικρή αντίσταση σε αυτόν τον απροσδόκητο εφιάλτη. Πολλοί θα αναρωτηθείτε τι ένιωθα ακριβώς. Πραγματικά, 36 χρόνια αργότερα το έχω (ευτυχώς) λησμονήσει. Εκείνα που παρέμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη ήταν η μόνιμα κακή διάθεση, η δυσθυμία, η πρωτοφανής και ανεξήγητη αίσθηση πως δεν ελέγχω την κατάσταση, συνδυασμένα με ακατανίκητους, παράξενους φόβους που μεταλλάσσονταν στο άψε-σβήσε σε ακόμη χειρότερες ενοχλητικές φοβίες. Αυτό ήταν το δικό μου «Σκοτάδι». Και το γεγονός πως από τη διάγνωση φαινόταν πως θα κρατούσε χρόνια ολόκληρα, οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερη μελαγχολία στα όρια της απόλυτης απελπισίας…

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.

(η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα…)