Φοβάμαι. Θα πω αυτή τη λέξη όσο καμία στη ζωή μου και θα κυριαρχήσει μέσα μου το αίσθημα του φόβου απείρως περισσότερες. Και θα βιώσω την πρώτη κρίση πανικού ένα καλοκαιρινό βράδυ περί τα τέλη Ιουλίου (αν και με την ορολογία της εποχής την έλεγαν κρίση άγχους). Πετάχτηκα κάθιδρος από το κρεβάτι μου, νιώθοντας έναν ανεξήγητο, έναν αδιανόητο, έντονο τρόμο χωρίς φαινομενικά και πάλι την παραμικρή αιτία. «Φοβάμαι» είπα στη μητέρα μου, την ώρα που ο πατέρας μου με… κερνούσε μια κουταλιά ζάχαρη, σε περίπτωση που είχε πέσει η πίεσή μου…

Οι δυστυχείς γονείς μου δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τι ακριβώς φοβόμουν, αφού ούτε εγώ ήμουν σε θέση να τους το εξηγήσω. Ηρέμησα έπειτα από λίγη ώρα και αποκοιμήθηκα. Το Σκοτάδι όμως παραμόνευε και σαν ένας αδίσταχτος στρατός επέμενε να σκεπάσει όλο μου το είναι. Πραγματικά τραγικό για έναν 15χρονο να του στερούν με τέτοιο βίαιο τρόπο την ελπίδα…

Η δεύτερη συνεδρία με τον παιδοψυχίατρο πραγματοποιήθηκε με μένα να του περιγράφω την… εφιαλτική διαδρομή από το σπίτι μου μέχρι τη Σεμιτέλου. Μια διαδρομή πνιγμένη στην αγωνία, με κυρίαρχα συναισθήματα αυτά του φόβου και της ανασφάλειας. Τότε ήταν που ο Α.Δ. μου σύστησε ένα ήπιο ηρεμιστικό το Atarax. «Γιατρέ, με ακούτε σήμερα τόσο ταραγμένο…» άρχισα να του λέω. Ο γιατρός δεν προλάβαινε πλέον να με κοιτάξει αφού είχε απορροφηθεί στις χειρόγραφες σημειώσεις του σαν να είχε μπροστά του γραφομηχανή. Ηταν τόσα πολλά εκείνα που ήθελα να του εκμυστηρευθώ που συνήθως δεν περίσσευε χρόνος για εκείνον, παρά μόνο για μια απλή αναφορά ή σύντομη ερώτηση.

Παρά την άσχημη κατάστασή μου, ο πατέρας μου-για χάρη και της αδερφής μου που δεν έφταιγε σε τίποτα-αποφάσισε να φύγουμε για λίγο από την Αθήνα με κοντινό προορισμό τα Καμένα Βούρλα και το Μοτέλ Λεβέντη. Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σε εκείνο το μέρος αλλά τούτη τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά: Δεν θυμάμαι να κοιμηθήκαμε τρίτο συνεχόμενο βράδυ στο φιλόξενο ξενοδοχείο. Ενα ψυχοσωματικό αυτή τη φορά σύμπτωμα, μια ανησυχητική, έντονη δύσπνοια έκανε την εμφάνισή της από το πουθενά. Κάποιος γιατρός μάς έφερε την ειδική συσκευή για το άσθμα που δεν βοήθησε όμως καθόλου. Η επιστροφή στην πρωτεύουσα έμοιαζε με μονόδρομο. Είχε πια νυχτώσει γιατί φύγαμε αργά αλλά και μέσα στο αυτοκίνητο ένιωσα μια περίεργη ζάλη σαν ίλιγγο και ζήτησα να σταματήσουμε σε κάποιο πάρκινγκ. Φυσικά ο βιαστικός γυρισμός στην Αθήνα δεν προμήνυε τίποτα ευχάριστο τόσο για μένα όσο και για την οικογένειά μου. Η πιο αδικημένη ήταν ασφαλώς η αδερφή μου που δεν έκανε τελικά διακοπές εκείνο το (μαρτυρικό) καλοκαίρι…

Αλλά ούτε το μπάνιο σε κοντινή παραλία μπόρεσα να ευχαριστηθώ. Στο αγαπημένο μας Αυλάκι, και παρά την εξοικείωση με το μέρος, επανήλθε δριμύτερη η δύσπνοια την ώρα που βούταγα στη θάλασσα και βγήκα άρον-άρον έξω. Με μοναδική οικογενειακή παρηγοριά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Αντζελες, μέσα από την έγχρωμη τηλεόραση που μόλις είχαμε αγοράσει γι’ αυτόν τον λόγο και τις συνεδρίες που σιγά-σιγά αλλά σταθερά έσπαγαν τον πάγο πέρασαν οι αυγουστιάτικες μέρες στην Αθήνα.

Ο παιδοψυχίατρος μας πρότεινε να μη χάσω χρονιά από το σχολείο και ετοιμαζόμουν πλέον να επιστρέψω στο πρότυπο σχολείο και στα γνωστά θρανία του. Ο πατέρας μου μίλησε στον φιλόλογο που, κατά κάποιον τρόπο, ήταν και ο υπεύθυνος για το τμήμα μου της Α΄ Λυκείου και του εξήγησε περιεκτικά την κατάσταση-ίσως ζητώντας και ειδική μεταχείριση προς το πρόσωπό μου, γνωρίζοντας πως υπό τις τότε συνθήκες η ανταπόκριση στα μαθήματα και στους σχολικούς κανόνες θα ήταν αρχικά το ζητούμενο εκείνη τη χρονιά, αδιαφορώντας για τις επιμέρους επιδόσεις σε κάθε μάθημα.

Ολοκληρώνοντας την περιγραφή των γεγονότων που σφράγισαν το τραγικό καλοκαίρι του 1984, νομίζω πως πρέπει να επισημάνω και κάτι για το οποίο πιστεύω πως φέρει ακέραια ευθύνη ο παιδοψυχίατρος της οδού Σεμιτέλου: Για έναν άνθρωπο με τα δικά μου ψυχολογικά προβλήματα, ο οποίος αναζητούσε απαντήσεις για τον Γολγοθά που ανέβαινε, ήταν ανεπίτρεπτο να μην προσπαθήσει έστω να μου δώσει να καταλάβω τη συσχέτιση της ζωής που βίωνα μέχρι τα 15 μου, με το πυκνό και τρομακτικό Σκοτάδι. Γιατί παρότι το ρημάδι το μυαλό μου δούλευε ακόμη, παρά τις αφάνταστες αντιξοότητες και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, δεν μου είχε γίνει κατανοητό πως συνδεόταν η πορεία μου στη ζωή μέχρι την εφηβεία, η καθημερινότητά μου με δυσεπίλυτα προβλήματα που είχαν φυτρώσει από το πουθενά. Θα το ανακάλυπτα κάποια στιγμή μόνος μου, αφού θα είχαν παρέλθει κάμποσα χρόνια…

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.