Καθισμένος απέναντι από τον Βασίλη στην αναπαυτική του πολυθρόνα στο ιατρείο του μούσκευα στον ιδρώτα-όμως εκείνη τη φορά, εκτός από τη χαρακτηριστική ζέστη του δωματίου που είχα άλλωστε συνηθίσει, υπήρχαν και άλλοι λόγοι για να νιώθω… ξαναμμένος!

Τα γνωστά μου ψυχοσωματικά προβλήματα (ημικρανίες, αυχενικοί πόνοι, ανακατωσούρες και ναυτίες, διάρροιες και κρίσεις σπαστικής κολίτιδας) αυτό το χειμωνιάτικο απόγευμα θα έκαναν αναγκαστικά στην άκρη. Και ο Βασίλης, ειδικευμένος στη Γερμανία στα ψυχοσωματικά, θα έπρεπε να μου δώσει πετυχημένες συμβουλές για να θεραπεύσω το βαθύ τραύμα από το βέλος του φτερωτού θεού που είχε στοχεύσει-παλιά του τέχνη κόσκινο-κατ’ ευθείαν στην καρδιά.

Αλλά προηγουμένως θα πρέπει να σας αναφέρω τι είχε συμβεί πριν από μια φαινομενικά επίσκεψη ρουτίνας, που επαναλαμβανόταν κάθε μία ή δυο βδομάδες.

Με τον φίλο μου τον Νικόλα, εκτός από μια σειρά κοινών ενδιαφερόντων που σαστίζαμε παρέα όταν τα απαριθμούσαμε, είχαμε παραπλήσιο, αν όχι ίδιο, γούστο στις γυναίκες. Και, όπως ήταν αναμενόμενο, ανακαλύπταμε σχεδόν ταυτόχρονα τα… αντικείμενα του πόθου μας! Αλλά την επίμαχη μέρα που ξεκίνησαν όλα δεν είχαμε εντοπίσει θηλυκή ύπαρξη σε απόσταση αναπνοής στα περιβόητα πάρτι μου, στις διακοπές, σε κάποιο κλαμπ ή καφετέρια, ακόμα και στον δρόμο. Απλώς έτυχε να δούμε την ίδια ώρα τηλεόραση… Η άγνωστη (τότε) ηθοποιός μάς καρφώθηκε στο μυαλό με την πρώτη φορά: Υποδυόταν την μπαργούμαν σε έναν ασήμαντο ρόλο κάποιου αδιάφορου σίριαλ. Ετσι, η φιλική μας κουβέντα κατέληξε σε μια κοινή διαπίστωση που αναφέραμε μ’ ένα στόμα: «Εχεις προσέξει μια καινούργια ηθοποιό…;».

Δεν μας προξένησε την παραμικρή εντύπωση ότι μιλούσαμε για το ίδιο πρόσωπο, γνωρίζοντας ο ένας το γούστο του άλλου. Τώρα, όμως, είχα σε δυο μέτρα απόσταση τον αυστηρό Βασίλη που με… πίεζε πολλές φορές αφόρητα με τις προτροπές του-έχοντας πάντοτε δίκιο όμως… Και στον Βασίλη επιβαλλόταν να εξηγηθώ στα ίσια: «Τι να κάνω, φίλε, είμαι ερωτευμένος!». Αν και είχαν συμπληρωθεί 7 μήνες από την πρώτη μας συνάντηση, δεν ήμουν ακόμη βέβαιος για την πιθανή αντίδρασή του. Βαθιά μέσα μου πίστευα πως θα με αποπάρει για να με συνεφέρει και να επανέλθω στην πραγματικότητα. Αλλά ολοκληρώνοντας τη σύντομη διήγησή μου, αντιμετώπισα το… καθιερωμένο αινιγματικό χαμόγελό του που μονίμως σε ξεγελούσε: «Και γιατί δεν την κυνηγάς;». Η απάντησή μου έκρυβε ανασφάλεια και ατολμία: «Ποιος, εγώ; Μα αυτή είναι διάσημη ηθοποιός;». Ομως, ο Βασίλης επέμενε: «Ούτε ιδιαίτερα γνωστή είναι, ούτε στο… Χόλυγουντ παίζει. Είσαι σίγουρος ότι βγάζει περισσότερα από σένα;». Πράγματι, δεν ήμουν καθόλου βέβαιος. Η αρχική μου παγωμάρα, με το ζύγισμα των δεδομένων, μετατράπηκε σ’ έναν πρόωρο ενθουσιασμό. Δεν ήταν παράλογος. Οταν κυνηγάς τόσο υψηλό στόχο, αν αποτύχεις δεν πρόκειται να σου ζητήσει τα ρέστα κανείς. Κι αν πετύχεις…

Δεν μπορώ να θυμηθώ αν εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα και τι ονειρεύτηκα. Γι’ αυτό που είμαι σίγουρος είναι ότι η επόμενη μέρα δεν έμοιαζε καθόλου στις προηγούμενες. Η ζωή μου είχε εντελώς ξαφνικά αποκτήσει ένα νέο ενδιαφέρον κίνητρο. Μέχρι και η βαρετή μου εργασία, με την ταξινόμηση βιογραφικών και τη… θεούσα στο μπροστινό γραφείο, τώρα φαινόταν η πιο συναρπαστική δουλειά στον κόσμο. Χαμένος σε τρελές σκέψεις πήγα το πρωί-με παρόμοια συναισθήματα έφυγα το μεσημέρι: Και αν τα κατάφερνα; Ναι, τώρα η ζωή μου είχε νόημα. Αλλά έλειπε κάτι: Το σχέδιο δράσης. Πώς, αλήθεια, θα την πλησίαζα; Και πώς θα γνώριζα τη γοητευτική αλλά και απρόσιτη ελληνίδα ηθοποιό;

Ο σχεδιασμός και η εκπόνηση ενός σχεδίου δράσης για να κατακτήσω τη γυναίκα των ονείρων μου αποτελεί για μένα το πιο απολαυστικό σημείο της δύσβατης διαδρομής προς την περί ης ο λόγος κοπέλα: Δεν υπάρχει κανένα άγχος, δεν κρίνεται (ακόμα) τίποτε, όλα σε αυτή την ιδανική φάση εξαρτώνται από το μυαλό, τη φαντασία και τη δημιουργικότητά σου. Παρομοιάζω αυτές τις στιγμές με το ταξίδι στην Ιθάκη: Δεν μετράει ο προορισμός αλλά οι σταθμοί αυτού του ταξιδιού. Και απαιτούνται εκείνη την ώρα μόνο χρόνος και εύστοχες ιδέες: Τα διέθετα και τα δύο…

Ασφαλώς και γνώριζα εκ των προτέρων τις ανυπέρβλητες αντιξοότητες του εγχειρήματος και δεν έτρεφα αυταπάτες. Αλλά πάντοτε ο βαθμός της δυσκολίας ήταν αυτός που έκανε την αδρεναλίνη να ξεχειλίζει.

Ξεκίνησα με τον απλούστερο τρόπο που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς: Πήρα στο 131 και ζήτησα το τηλέφωνό της. Δεν πίστεψα στιγμή ότι ήταν δυνατόν να υπάρχει-το ίδιο και η τηλεφωνήτρια που αντιμετώπισε το αίτημά του με επιφυλακτικότητα: «Δύσκολο να το βρούμε…». Ομως, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα που φυσικά μου φανήκανε αιώνες αναφώνησε σαν άλλος Αρχιμήδης: «Νάτο, υπάρχει, 64…». Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Και κάλεσα δίχως να έχω προγραμματίσει τίποτα. Κανένας δεν απάντησε ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη, ούτε την τρίτη φορά. Πιο λογικοφανές έδειχνε τώρα το τηλέφωνό της, από την ώρα που έγινε διάσημη, να έχει αλλάξει και αυτό που συνεχώς καλούσα, μαθαίνοντάς το απ’ έξω, να μην αντιστοιχούσε πια σε συνδρομητή.

Δεν απογοητεύτηκα. Ποτέ άλλωστε δεν περίμενα να κυκλοφορεί ελεύθερο το τηλέφωνο της πιο γοητευτικής ελληνίδας ηθοποιού το έτος 2000.

Τον Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς, 20 χρόνια πίσω, δυο αδερφικοί φίλοι, ο Νικόλας κι εγώ, αποφασίσαμε να τη δούμε από κοντά στο θέατρο «Ηβη» στου Ψυρρή. Ηδη η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και η σπαστική κολίτιδα εξαιτίας του πιεστικού στρες με οδήγησε στην πιο κοντινή  πρόχειρη τουαλέτα που βρήκα… Ηταν από τις πρώτες παραστάσεις τού «AnorexiaNervosa» και συμπρωταγωνιστούσαν μαζί της ο Κώστας Κάππας, ο Γιώργος Χρανιώτης και οι αξέχαστοι Μπεάτα Ασημακοπούλου και Χρήστος Ευθυμίου. Ο έρωτάς μου υποδυόταν την ανορεξική Αμάντα και ο Ευθυμίου τον βουλιμικό Οττο. Οταν στη διάρκεια του έργου ο Κάππας σε μια σκηνή τη φιλούσε στο στόμα ένιωσα μια απέραντη ζήλια και έναν θυμό που εγκατέλειψα, πριν καλά-καλά ξεκινήσω, το επάγγελμα του ηθοποιού.

Η προτροπή του Νικόλα, με την ολοκλήρωση της παράστασης, να την επισκεφθούμε στο καμαρίνι της συνάντησε την κάθετη άρνησή μου και η δειλία μου με έκανε αμετάπειστο. «Θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες…» σκέφθηκα…

Η δεύτερη επίσκεψή μας στο θέατρο έγινε περίπου μια εβδομάδα αργότερα. Τούτη τη φορά, όμως, ήμουν αποφασισμένος. Και με το πέρας του έργου κατευθυνθήκαμε στα καμαρίνια, όπου ήδη μπροστά της είχε σχηματιστεί μια ουρά-κυρίως από κοριτσάκια-για αυτόγραφα. Και όταν έφθασε η πολυπόθητη ώρα της χειραψίας, τη συνεχάρην και πιάσαμε μια τυπική κουβέντα. Στην αναφορά μου ότι παλιότερα είχα έστω για λίγο διατελέσει συνάδελφός της, κι ενώ πίσω μου η ουρά μάκραινε, μου απάντησε θερμά: «Έπρεπε να συνεχίσεις… Νομίζω πως σου πηγαίνει». Εφυγα ευχαριστημένος. Δεν θα μπορούσα να έχω και ιδιαίτερες απαιτήσεις σε μια πρώτη συνάντηση. Και ο αρχικός απολογισμός είχε μάλλον θετικό πρόσημο…

Συνεχίζεται…