Ο (δικαιολογημένος μου) ενθουσιασμός από τη θέρμη που με υποδέχθηκε στο καμαρίνι της και την απρόσμενη όρεξή της να μου πιάσει την κουβέντα πέρασε σχετικά γρήγορα. Ασφαλώς και δεν ήταν αμελητέα η επιτυχία να σου μιλάει σαν να είσαι παλιός της γνώριμος η πιο γοητευτική ελληνίδα ηθοποιός, αγνοώντας τους υπόλοιπους λιλιπούτειους θαυμαστές της που ανέμεναν καρτερικά από πίσω μου, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση αμελητέα. Ομως, ο στόχος μου ήταν εξ αρχής ξεκάθαρος και απείχε-δυστυχώς-έτη φωτός από μια απλή, φιλική συζήτηση στο καμαρίνι της.

Ηδη η ζωή μου άλλαζε: Η φαινομενικά εξωπραγματική συμβουλή τού κατά τα άλλα συνετού Βασίλη είχε άμεση επίδραση στον ταλαιπωρημένο μου ψυχισμό. Τώρα η βαρετή καθημερινότητα με την αδιάφορη δουλειά και την ανυπόφορη ρουτίνα είχε δώσει τη θέση της σε συναρπαστικές μέρες-ο ορατός και μάλλον απλησίαστος στόχος μετέτρεψε τη ζωή μου σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: Το… βότσαλο έπεσε επιτέλους στη λίμνη!

Ολη αυτή η γλυκιά προσμονή για τον άπιαστο σκοπό με έκανε ξανά δημιουργικό, πολυμήχανο, ονειροπόλο. Ετσι, πήγα ξανά να τη δω από κοντά στο θέατρο «Ηβη», με ένα φιλικό ζευγάρι αρχικά και κατόπιν με δυο καλές φίλες. Αυτή ήταν η τέταρτη επίσκεψη στου Ψυρρή. Στο τέλος της παράστασης εκείνης συνέβη κάτι παράξενο: Βγαίνοντας για την καθιερωμένη υπόκλιση και το ζεστό παρατεταμένο χειροκρότημα με τους υπόλοιπους συντελεστές, στο μισοάδειο θέατρο το βλέμμα της στράφηκε προς τη θέση μου και παρέμεινε καρφωμένο εκεί, με ένα υπομειδίαμα να διαγράφεται στο άψογο πρόσωπό της. Από τη στιγμή εκείνη θα συνειδητοποιούσα δύο πράγματα που μέχρι τότε δεν είχα προσέξει: Πρώτον, ότι οι ηθοποιοί παρατηρούν το κοινό από κάτω και τους προκαλεί εντύπωση όταν βλέπουν αρκετές φορές την ίδια φιγούρα και, δεύτερον, πως μια αναγνωρίσιμη, διάσημη και πανέμορφη γυναίκα μπορεί και να νιώσει αμηχανία ή ακόμη και ευάλωτη μπροστά σε έναν επίμονο θαυμαστή.

Ολα αυτά ήταν ιδιαίτερα ρομαντικά και αισιόδοξα αλλά το κυρίως σχέδιο δεν είχε τεθεί σε δράση. Στο μυαλό μου στριφογύριζε συνεχώς το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: Πώς πλησιάζεις κάποια «επώνυμη» χωρίς να γίνεις φορτικός, πώς θα ξεχωρίσεις από το πλήθος των φανατικών θαυμαστών και φυσικά πώς θα επιτευχθούν τα παραπάνω δίχως να τρομοκρατηθεί και να σε κατατάξει στους ανισόρροπους και προβληματικούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Και πώς θα κατόρθωνα να συναγωνιστώ άλλους «επώνυμους» ή θαυμαστές με… χοντρό πορτοφόλι;

Φυσικά, κάθε απόπειρα για ακριβά δώρα δεν θα απέδιδε γιατί είχα τη βεβαιότητα ότι κάποιος άλλος θα αγόραζε περισσότερο ακριβά, κάτι που θα ήταν ούτως ή άλλως δαπανηρό για μένα και μάλλον αναποτελεσματικό. Αλλιώς έπρεπε να τη συγκινήσω…

Σε μια ανύποπτη στιγμή είχα μια φαεινή ιδέα. Ακατέργαστη ακόμη αλλά ο βασικός πυρήνας είχε ανακαλυφθεί. Θα της έγραφα. Οχι ποιήματα, ερωτικά γράμματα και μελό-τέτοια θα λάμβανε σε καθημερινή βάση. Αλλά ένα διήγημα. Που θα είχα εμπνευστεί από εκείνη. Που θα της παρουσίαζε με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο τα αισθήματά μου, τα αισθήματα που κάθε θαυμαστής νιώθει για τη (διάσημη) γυναίκα των ονείρων του…

Ενα συγκροτημένο και ρομαντικό κείμενο θα την καθησύχαζε σχετικά με την ψυχική μου ισορροπία και τις αγνές προθέσεις μου. Επρεπε να τη φέρω στη δικιά μου θέση και να την «αναγκάσω» να δει τα πράγματα από την οπτική μου γωνία. Μπορούσα ασφαλώς να γράψω για έναν ερωτευμένο θαυμαστή που κυνηγούσε αδιάκοπα το αντικείμενο του πόθου του, δηλαδή τη δική μου ιστορία. Και αυτό έκανα. Με μια διαφορά. Αντέστρεψα τους ρόλους. Εβαλα μια γυναίκα να πηγαινοέρχεται στο θέατρο και έναν άνδρα πρωταγωνιστή. «Φόρτωσα» την ανώνυμη κοπέλα με τις δικές μου αγωνίες, τα προσωπικά μου σχέδια, τη δική μου λαχτάρα. Αλλά και στον «επώνυμο» άνδρα προσέθεσα ένα βασικό στοιχείο: Το ενδιαφέρον του για την άγνωστη θαυμάστριά του που τον επισκεπτόταν ντροπαλή και αμήχανη. Πού αποσκοπούσαν όλα αυτά; Στο να της δώσω να καταλάβει ότι δεν κινιόταν στη σφαίρα του παράλογου η σχέση ενός (ή μιας) διάσημου με ένα πρόσωπο ανώνυμο αλλά με ιδιαίτερες ικανότητες. Και ότι η τύχη θα μπορούσε να τα φέρει έτσι που οι ρόλοι να είναι αντίστροφοι. Να κυνηγούσε εκείνη εμένα, αν συνέβαιναν τα πράγματα διαφορετικά, αν ζούσαμε σε ένα άλλο σύμπαν.

Φυσικά το διήγημα είχε happy end. Ελειπε μονάχα ο τίτλος, αλλά με τη φαντασία μου να δουλεύει στις χίλιες στροφές δεν θα αργούσα να τον βρω κι αυτόν. «Πολύτιμοι λίθοι και ξηροί καρποί»! Φαίνεται στην αρχή αλλόκοτο, όμως, αν έχετε παρακολουθήσει την ιστορία από το πρώτο επεισόδιο θα καταλάβατε σε ποια αναφέρομαι και γιατί ο συγκεκριμένος τίτλος τής πηγαίνει γάντι.

Εψαξα σε όλα τα εορτολόγια να εντοπίσω τη γιορτή της, δικαιολογημένα αν σκεφθείτε το σπάνιο όνομά της. Γιόρταζε στις 9 Μαρτίου. Σε λίγες μέρες. Και ασφαλώς το διήγημα θα έφθανε στα χέρια της μαζί με μια ανθοδέσμη με λευκές ορχιδέες. Ο έμπιστός μου Γιάννης, ο ανθοπώλης, θα έπρεπε να ετοιμάζεται για ακόμη μια «επικίνδυνη» αποστολή.

Τα λουλούδια και το (χειρόγραφο) διήγημα έφθασαν σίγουρα στο καμαρίνι της. Η αναφορά του Γιάννη ήταν απόλυτη ως προς αυτό. Δεν έμαθα ποτέ αν διάβασε το διήγημα, τι συμπεράσματα έβγαλε, πώς αξιολόγησε τη ριψοκίνδυνη κίνησή μου. Φρόντισα μέσα στο κείμενο να… παρεισφρύσει και το κινητό μου. Την επόμενη μέρα δέχθηκα δυο κλήσεις από άγνωστο νούμερο που μου το έκλεισαν όταν απάντησα: «Πολύ καλό για να ‘ναι αληθινό» σκέφθηκα…

Τώρα ξεκινούσε η πραγματική δράση. Τέλος οι ανούσιες επισκέψεις στο θέατρο, τέρμα στον απόμακρο θαυμασμό και στις αποστολές λουλουδιών και κειμένων. Ηρθε η πολυπόθητη-και αγχώδης-ώρα ο Ρένος να εμφανιστεί μπροστά της και να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του. Σε απευθείας συνάντηση δίχως μεσάζοντες και μισόλογα. Πλέον, έπρεπε να αποκαλυφθώ και να ζητήσω ραντεβού μαζί της. Με όλες τις πιθανότητες εναντίον μου. Και το άγχος με κατακυρίευσε. Πώς θα προετοίμαζα σωστά το καθοριστικό βήμα; Ενα στρατηγικό σφάλμα, κάποιο μοιραίο λάθος θα μπορούσε να προσδώσει αρνητική τροπή στην υπόθεση. Οταν μάλιστα διάβασα στις εφημερίδες ότι οι παραστάσεις στην Αθήνα τελειώνουν, αντιλήφθηκα πως τα περιθώρια στένευαν επικίνδυνα.

Με προβλημάτιζε το γεγονός ότι θα εμφανιζόμουν από το πουθενά σαν φαντομάς και θα της πρότεινα να βγούμε. Αυτό το σχέδιο παρουσίαζε ατέλειες. Κάτι άλλο έπρεπε να προηγηθεί που να την προϊδεάσει ότι έρχομαι να τη βρω. Και αυτό δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από… ένα ακόμη διήγημα.

Θυμήθηκα τον παππού μου… Εναν αρχοντάνθρωπο στο στυλ του Λάμπρου Κωνσταντάρα, επιρρεπή στο άλλο φύλο και με τεράστια επιτυχία στις γυναίκες, ειδικά σε εκείνες του καλλιτεχνικού χώρου. Αναλογίστηκα έναν από τους νόμους της βιολογίας του Μέντελ, ο οποίος αναφέρει πως στη δεύτερη γενιά το γονίδιο είναι πιο ισχυρό, δηλαδή είναι πιο πιθανό να κληρονομήσεις κάποιο χαρακτηριστικό από τους παππούδες και τις γιαγιάδες σου παρά από τους γονείς σου. Συλλογίστηκα ότι κι εγώ, μιμούμενος άθελά μου τον πρόγονό μου, κυνηγούσα μια ηθοποιό. Και βρήκα τι θα της γράψω…

(συνεχίζεται)

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ