Οι ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών θα πρέπει να με ευγνωμονούσαν για τη συχνή παρουσία μου και την επαναλαμβανόμενη παρακολούθηση της δημοφιλούς ταινίας του Περράκη «Θηλυκή Εταιρεία», στην οποία, ασφαλώς, πρωταγωνιστούσε το «επώνυμο» αντικείμενο του πόθου μου. Οχι, αυτές οι επισκέψεις σε διάφορα σινεμά της Αθήνας δεν αποτελούσαν μέρος κάποιου φιλόδοξου και περίπλοκου σχεδίου: ήθελα, έστω και στο πανί, να τη βλέπω. Και δεν χόρταινα…

Ο προβληματισμός σε εκείνο το καίριο σημείο της υπόθεσης του «επώνυμου» έρωτα εξελισσόταν σε σταυρόλεξο για (πολύ) δυνατούς λύτες. Και όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση, έπειτα από την πρώτη μας φιλική κουβέντα στο καμαρίνι της, τις τέσσερις (!) φορές στο θέατρο «Ηβη», τις ορχιδέες και το διήγημα με τους αντεστραμμένους ρόλους, δεν υπήρχαν ούτε άλλα περιθώρια ούτε περαιτέρω βήματα παρά μόνο η απευθείας θαρραλέα προσέγγιση και η εκδήλωση των προθέσεών μου.

Σας είχα γράψει για τον παππού μου και τις αξιοθαύμαστες… επιδόσεις του στο άλλο φύλο, ιδιαίτερα όταν οι γυναίκες της ζωής του ήταν λαμπερές πρωταγωνίστριες στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Για τον νόμο του Μέντελ. Για τα γονίδια που είναι ισχυρότερα στη δεύτερη γενιά. Και για τη φαεινή ιδέα που μου καρφώθηκε στο μυαλό απροσδόκητα μια μέρα στη (βαρετή) δουλειά μου. Και νομίζω πως ήρθε η στιγμή να σας αποκαλύψω τι ακριβώς σκέφθηκα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την ανάποδη. Το βασικό μέρος του καλά οργανωμένου σχεδίου ήταν να την πλησιάσω και να της μιλήσω έπειτα από την παράσταση στο θέατρο. Αυτή υπήρξε στον νου μου και η μοναδική διέξοδος, αφού πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να τη βρω εφόσον δεν γνώριζα το σπίτι της, κοινούς φίλους ή μέρη που διασκέδαζε. Επρεπε, όμως, με κάποιον τρόπο να προαναγγείλω τον ερχομό μου. Ηξερα ότι έτσι θα έχανα το αβαντάζ του απόλυτου αιφνιδιασμού. Αλλά ο αιφνιδιασμός είναι επικίνδυνος όταν μιλάμε για την πιο γοητευτική ελληνίδα ηθοποιό και ενδέχεται να τρομοκρατηθεί και η υπόθεση να γυρίσει μπούμερανγκ, απορρίπτοντάς με άπαξ διά παντός…

Αφού είχα κάνει ήδη την αρχή με το πρώτο διήγημα, που ευελπιστούσα δίχως να το γνωρίζω πως το είχε διαβάσει και κάποια πράγματα λογικά είχαν εντυπωθεί στη μνήμη της, ήμουν αποφασισμένος να επαναλάβω το εγχείρημα-ως συνέχεια της πρώτης αυτής πρωτότυπης προσέγγισης.

Το δεύτερο διήγημα είχε ξεκάθαρη στόχευση: να με περιμένει… Το ονόμασα «Ο νόμος του Μέντελ». Για ευνόητους λόγους όπως θα καταλάβετε πιο κάτω. Η ιστορία διαδραματίζεται το έτος 2050. Πενήντα χρόνια μετά δηλαδή. Δυο ηλικιωμένοι ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες σε ένα φτωχόσπιτο. Η γιαγιά με το αντιερωτικό όνομα ετοιμάζει μια ζεστή σούπα την ώρα που ο άνδρας της αναπολεί με νοσταλγία το παρελθόν. Ο παππούς βουρκώνει γιατί η νοσταλγική διαδρομή στο μακρινό παρελθόν τού προκαλεί μονάχα μελαγχολία. Νιώθει πως ήταν φτιαγμένος για να ζήσει διαφορετική ζωή. Πως είναι εγκλωβισμένος στη μιζέρια. Και πως όλα θα ήταν αλλιώς αν στα χρόνια που πέρασαν διέθετε το απαραίτητο θάρρος να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Και αν πριν 50 χρόνια, το 2000, είχε αποτολμήσει να μιλήσει στη γυναίκα που τον γοήτευσε όσο καμιά, τότε δεν θα βρισκόταν μαζί με μια απλώς υποφερτή σύζυγο σε ένα χαμόσπιτο, αλλά στην αγκαλιά ενός ατελείωτου έρωτα που θα παρέμενε ζωντανός ακόμη και μετά από μισό αιώνα.

Αντιλαμβάνεστε φυσικά ότι ο παππούς-πρωταγωνιστής ήμουν εγώ. Η ηλικιωμένη σύντροφος ήταν μια επινόηση για να δέσει το σενάριο, όμως είχα στο μυαλό μου μια συγκεκριμένη, μέτρια κοπέλα στον περίγυρό μου.

Εξαφνα ο ηλικιωμένος, ανήμπορος 80άρης ξυπνάει και τώρα βρίσκεται αλλού: Αντί για τη μισοκατεστραμένη παράγκα και τη μίζερη σύντροφο, αντικρίζει μια αρχοντική βίλα, ενώ του σπάνε τη μύτη οι ξεχωριστές μυρωδιές που έρχονται από την κουζίνα και τις άφθαστες λιχουδιές που του ετοιμάζει η ηλικιωμένη πιο γοητευτική ελληνίδα πρώην λαμπρή ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου!!!

Τα επιβλητικά φώτα και τα νόστιμα φαγητά πρέπει να είναι έτοιμα για να υποδεχθούν τους λίγους, εκλεκτούς προσκεκλημένους που θα γιορτάσουν μαζί με μένα και τη γυναίκα της ζωής μου τα 50 χρόνια γνωριμίας μας. Το ημερολόγιο-στο διήγημα-αναφέρει την επόμενη μέρα από εκείνη που εγώ θα έστελνα το χειρόγραφο μαζί φυσικά με τις απαραίτητες λευκές ορχιδέες.

Εν κατακλείδι ο παππούς ονειρευόταν σαν εφιάλτη τη μίζερη ζωή. Στην πραγματικότητα νυμφεύθηκε τον έρωτά του και έζησαν μαζί 50 ανεπανάληπτα χρόνια, ακριβώς επειδή βρήκε την τόλμη την πιο κρίσιμη στιγμή να της μιλήσει για τα βαθιά του αισθήματα και εκείνη να αποδεχθεί την-ομολογουμένως τολμηρή-πρότασή του για ένα ρομαντικό δείπνο.

Το μήνυμα που της έστελνα ήταν σαφές και ξεκάθαρο: «Αύριο θα έρθω να σου μιλήσω, μην με απορρίψεις, ίσως να είναι γραφτό μας να ζήσουμε παρέα την υπόλοιπη ζωή μας». Και μια τόσο τετραπέρατη γυναίκα δεν νομίζω πως δεν θα το αντιλαμβανόταν.

Το έστειλα με τον γνώριμό σας πλέον ανθοπώλη Γιάννη των ειδικών αποστολών. Και το επόμενο βράδυ, παρέα με την αδερφή μου, η οποία μοιραζόταν-άθελά της-τις πιο μεγαλειώδεις στιγμές της ζωής μου, επισκέφθηκα για 5η φορά το θέατρο «Ηβη», προσπαθώντας να καταλαγιάσω το αναμενόμενο άγχος μπροστά σε αυτή την τεράστια πρόκληση. Ολα ή τίποτα, αναλογίστηκα!

Σε εκείνη την παράσταση, ένα ανοιξιάτικο βράδυ του Απριλίου, μια από τις τελευταίες πριν ο θίασος ανέβει στη Θεσσαλονίκη, δεν πήγε τίποτε καλά. Επειδή ακριβώς είχα δει το έργο ουκ ολίγες φορές είχα απομνημονεύσει τους διαλόγους και αντιλαμβανόμουν ότι γίνονταν συνεχώς λάθη και παραλείψεις: ήταν η χειρότερη παράσταση από τις πέντε που παρακολούθησα. Υστερα από την αυλαία, τράβηξα τον γνώριμο δρόμο που οδηγούσε σαν μέσα από κατακόμβες στο καμαρίνι της. Ειδοποίησα την αδερφή μου να είναι προετοιμασμένη για όλα. Αλλά σε μια στροφή, λίγο πριν με καλωσορίσουν τα φιλόξενα φώτα από το καμαρίνι της, εκείνη έπεσε σχεδόν πάνω μας τρέχοντας. Μπροστά πήγαινε η αδερφή μου που έμεινε άναυδη και πρόλαβε να ψελλίσει «συγχαρητήρια». Το πλάσμα ενός εμπνευσμένου Θεού με κοίταξε με τα μεγάλα, πράσινα μάτια της, μου χαμογέλασε και μου έσφιξε το χέρι και με τα δύο δικά της, σε μια ιδιαίτερη κίνηση αβροφροσύνης, φεύγοντας γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εμείς, σαστισμένοι και αμήχανοι, μπήκαμε στα γυναικεία καμαρίνια όπου μας υποδέχθηκε θερμά η αξέχαστη Μπεάτα Ασημακοπούλου. Η αδερφή μου αναλώθηκε σε μια ανιαρή συζήτηση για τις παλιές ελληνικές ταινίες, την ώρα που εγώ λοξοκοιτούσα προς τον διάδρομο περιμένοντας με φοβερή αγωνία να τη δω να έρχεται.

Οπως μας εξήγησε αργότερα η Ασημακοπούλου, η ηθοποιός που με είχε κάνει να χάσω τα λογικά μου πήγε να ζητήσει εξηγήσεις στα ανδρικά καμαρίνια για τα λάθη και τις παραβλέψεις που τελικά ορθά είχα διαπιστώσει. Το μεγαλοφυές σχέδιο δεν πρόλαβε καν να τεθεί σε εφαρμογή. Οι παραστάσεις ολοκληρώνονταν και δεν είχα κατορθώσει να της μιλήσω. Και από αύριο θα μας χώριζαν περισσότερα από 500 χιλιόμετρα. Αλλά ύστερα απ’ όσα σας διηγήθηκα δεν φαντάζομαι να τα θεωρείτε πολλά, για να αναζητήσει κάποιος τον έρωτα της ζωής του…

Ρένος Μπαλής