«Η τύχη μού χρωστάει». Αναφέρω συχνά αυτή τη φράση αν και-τι αντίφαση-ακραίος ορθολογιστής. Στην πραγματικότητα δεν πιστεύω στην τύχη. Τουλάχιστον όσο δεν πιστεύω και στην ατυχία. Δεν είμαι σε θέση να αντιληφθώ πώς ένας άνθρωπος είναι συνέχεια άτυχος ή το αντίστροφο. Βέβαια, θα μου αντιπαραθέσετε πως όσοι βρήκαν τραγικό θάνατο στις 15 Απριλίου του 1912 στο ναυάγιο του «Τιτανικού» πώς μπορούν να χαρακτηρισθούν; Αυτή είναι η εξαίρεση όμως που σχεδόν πάντοτε επιβεβαιώνει τον κανόνα. Αν σου συμβεί κάτι θανάσιμο, δεν θα έχεις την ευκαιρία να απολαύσεις το χαμόγελο της τύχης αργότερα. Για τους λόγους που προανέφερα όταν ακούω ότι κάποιος κέρδισε το λαχείο, με τις απειροελάχιστες πιθανότητες που είχε, η σκανδαλώδης εύνοια της τύχης του μου δημιουργεί κατά βάθος ένα υπαρξιακό άγχος…

Αφήνοντας τη φιλοσοφία σε άλλους πιο εξειδικευμένους συνεργάτες του nobile.gr, απ’ όσα σας περιέγραψα στις προηγούμενες αναρτήσεις μου θα αντιληφθήκατε πως η τύχη, εκτός από την αποκάλυψη της τοποθεσίας του εξοχικού του έρωτά μου, δεν υπήρξε συχνά συμπαραστάτης μου σ’ αυτή τη συναρπαστική περιπέτεια. Και περίμενα ενστικτωδώς πως κάτι απρόσμενα ευχάριστο θα συμβεί. Απέναντι από το πατρικό της ελληνίδας ηθοποιού που αναστάτωσε την καρδιά μου, υπήρχε ένα παραδοσιακό ταβερνάκι που θύμιζε τα αντίστοιχα της πλάκας. Εκεί, κάτω από τις κληματαριές, συντροφιά με τον φίλο μου στα εύκολα και στα δύσκολα, τον Νικόλα, περίμενα μάταια μήπως τυχόν εμφανισθεί από το πουθενά και καταφέρω επιτέλους να της μιλήσω. Αλλά κι εκείνο το ζεστό, καλοκαιρινό βράδυ η αγάπη μου πήρε (για ακόμη μια φορά) απουσία.

Μερικές μέρες αργότερα κι ενώ είχα στερέψει πια από ιδέες, έπεσε τυχαία στα χέρια μου μια εφημερίδα που στα πολιτιστικά ανέφερε πως μέσα στις επόμενες ημέρες θα πραγματοποιούνταν στο «Ηρώδειο» η πρεμιέρα μιας παράστασης εποχής. Πρωταγωνιστούσε ο γνωστός Κώστας Μαρκουλάκης. Δεν έπαιζε εκείνη, αλλά ο τελευταίος ήταν απ’ όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω αδερφικός της φίλος. Και θα έβαζα όποιο στοίχημα θέλετε δίχως το παραμικρό ρίσκο πως ανάμεσα στους θεατές θα τη συναντούσα. Εισιτήρια φυσικά ούτε για δείγμα. Ετσι αρκέστηκα να επισκεφθώ το «Ηρώδειο» στο διάλειμμα της παράστασης με τις λιγοστές ελπίδες πως θα τη συναντήσω και τις ακόμη λιγότερες πως θα την απομονώσω για να της μιλήσω.

Η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού βρισκόταν έξω από το θέατρο την ώρα του διαλείμματος. Σε αυτή την κοσμοπλημμύρα μόνο το ύψος μου με βοηθούσε να παρατηρώ τα πάντα σε μεγάλη απόσταση. «Πού να είναι…» αναρωτιόμουν, ώσπου σκέφθηκα να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Μέχρι που το βλέμμα μου έπεσε, λίγα μέτρα δίπλα μου, σε μια εντυπωσιακή, ξανθιά παρουσία. Γύρισα αμήχανα το κεφάλι μου και την είδα σε απόσταση αναπνοής. Μου κοπήκαν τα πόδια! Γιατί η γοητευτική γυναίκα που κυνηγούσα έξι μήνες τώρα χωρίς κανένα αποτέλεσμα όχι μόνο στεκότανε τόσο κοντά μου (ούτε τέσσερα μέτρα) που μπορούσα να την αγγίξω, αλλά με σταυρωμένα τα χέρια με κοιτούσε επίμονα με ένα άκακο και πονηρό συνάμα χαμόγελο, ευάλωτη και ευεπίφορη όσο ποτέ. Κοντοστάθηκα. Ή τώρα ή ποτέ σκέφθηκα. Κινήθηκα μισό βήμα προς το μέρος της. Σε ένα μάλλον εχθρικό περιβάλλον που εκείνη ήταν η λαμπερή σταρ ανάμεσα σε δημοσιογράφους, συναδέλφους της και κοσμικούς κι εγώ ο… κανένας!

Πάντα πίστευα με σιγουριά πως ακόμη και η πιο αρνητική στο φλέρτ σου γυναίκα θα σου δώσει κάποτε, έστω και φευγαλέα, μια υπόνοια ευκαιρίας. Σε αντίθεση με μας τους άνδρες που δύσκολα διαφοροποιούμαστε από την αρχική μας στάση. Και η δική μου-μοναδική ίσως-ευκαιρία ήταν εκείνη την ξεχωριστή στιγμή έξω από το «Ηρώδειο». Την πλησίασα κι άλλο κι ενώ εκείνη δεν είχε ξεκολλήσει το γαλαζοπράσινο βλέμμα της από πάνω μου. Οταν μας χώριζαν πια δύο μέτρα, αντιλήφθηκα ότι ακριβώς δίπλα της βρισκόταν-με γυρισμένη σε μένα πλάτη-ο Λάκης Λαζόπουλος, ο οποίος της κρατούσε το χέρι.

Διαθέτω ένα σπάνιο «χάρισμα» αυτοκαταστροφής. Στην κρίσιμη ώρα, στην ανεπανάληπτη ευκαιρία, στο σημείο κλειδί, χάνω τον μπούσουλα, αποπροσανατολίζομαι, διστάζω, είμαι επιφυλακτικός. Και, όπως και με τη Σταυρούλα, λίγα χρόνια νωρίτερα, θα σπαταλήσω άλλη μια σπουδαία ευκαιρία. Και όταν κυνηγάς τον έρωτα της ζωής σου, και το ίδιο πάθος με σένα μοιράζεται το σύνολο σχεδόν του ανδρικού πληθυσμού στην Ελλάδα, μην περιμένεις πως θα σου δοθούν κι άλλες τέτοιες ευκαιρίες. Η γοητευτική ηθοποιός βρέθηκε δίπλα μου, με κοίταξε, μου χαμογελούσε συνεχώς και εγώ έμεινα στήλη άλατος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είσαι «έτοιμος από καιρό».

Φυσικά η «επώνυμη» ελληνίδα καλλονή δεν θα είχε πάντοτε τόσο καλή διάθεση ούτε στο αψεγάδιαστο πρόσωπό της θα σχηματιζόταν μονίμως εκείνο το καλοκάγαθο χαμόγελο. Το διαπίστωσα λίγες μέρες μετά, όταν βρέθηκα λίγα 24ωρα αργότερα σε ένα μικρό θεατράκι στην Ηλιούπολη, σε μια συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου. Λατρεύω τον Ξαρχάκο, αλλά ασφαλώς εκείνη τη μέρα δεν αποτελούσε το βασικό κίνητρο για να πάω. Την είδα στα μπροστινά, προνομιακά καθίσματα παρέα με τους γονείς της. Από τη… γαλαρία που είχα βρει θέση ανασηκώθηκα και με είδε. Τώρα το πρόσωπό της είχε μια εντελώς διαφορετική όψη. Εδειχνε θυμωμένη, εχθρική, ενοχλημένη από την απρόσμενη (;) παρουσία μου. Κι εγώ παρείσακτος, απρόσκλητος, περιττός, απόβλητος. Και έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι.

Συνειδητοποιούσα πως το όνειρο πια ξεθώριαζε… Λένε πως ο Θεός αγαπάει και φροντίζει του καλούς ανθρώπους. Αλλά νομίζω πως με την αναβλητικότητά μου κι Εκείνος θα είχε βαρεθεί πλέον. Αλλά ο Μεγαλοδύναμος σκέφθηκε πως άξιζα μια ακόμη ευκαιρία. Σε τόπο, χρόνο και στιγμή απροσδόκητα. Που δεν ευελπιστώ να πιστέψετε, αφού και σήμερα που γράφω ακόμη νομίζω πως είναι ψέματα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ