Η τελευταία μου «συνάντηση» με την πιο γοητευτική ελληνίδα ηθοποιό ήταν μάλλον αποκαρδιωτική. Το… ξινισμένο ύφος της και ο φανερός της εκνευρισμός από την-έστω και μακρινή-παρουσία μου δεν προοιωνίζονταν καμιά θετική εξέλιξη για τη γυναίκα των ονείρων μου, τα οποία ένιωθα να μετατρέπονται σιγά-σιγά σε εφιάλτη…

Ομως, ο Θεός ή ό,τι άλλο τέλος πάντων ορίζει-εκτός από μας-τις τύχες μας αποφάσισε να μου προσφέρει ακόμη μια ευκαιρία από το πουθενά. Πραγματικά δεν θυμάμαι το πότε, πώς και γιατί οδηγούσα με συνοδηγό έναν «φίλο μου» ανεβαίνοντας προς τη Νέα Ερυθραία, όταν, λίγο πριν βγω στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας με έπιασε κόκκινο. Κοίταξα ασυναίσθητα στον καθρέφτη του μικρού μου, πράσινου Saxo: και είδα το μαύρο Peuzeot που βρισκόταν ακριβώς σταματημένο πίσω μου. Βλέποντας την εντυπωσιακή ξανθιά οδηγό δεν θέλησα και δεν μπορούσα να το πιστέψω: Εκείνη τη μέρα, σηκώθηκαν το πρωί εκατομμύρια οδηγοί να πάνε στις διάφορες δουλειές τους διά μέσω χιλιάδων διαδρομών, αλλά τώρα στο μαύρο όχημα που έβλεπα στον καθρέφτη να με ακολουθεί άθελά της ήταν ο έρωτάς μου!!!

Στο θέατρο «Ηβη», στη Θεσσαλονίκη, στην ταβέρνα απέναντι από το πατρικό της, στο Κιάτο, στο θεατράκι της Ηλιούπολης, στο Ηρώδειο υπήρχαν από 100% μέχρι 50% να τη δω από κοντά. Αλλά τώρα; Μόνο ως θαύμα θα μπορούσε να εξηγηθεί αυτό που αντίκριζαν τα έκπληκτα μάτια μου! Δυστυχώς, το γαλλικό μου αμάξι διέθετε, όπως όλα, δύο καθρέφτες. Και ό,τι είχα παρατηρήσει εγώ, ερχόταν τώρα να το διαπιστώσει και ο δήθεν φίλος, κάνοντας μια παραπλανητική, γεμάτη ζήλια και φθόνο παρατήρηση: «Ελα, προχώρα, δεν είναι αυτή…». Φυσικά η σιγουριά του, τη στιγμή που εγώ, ο μεγαλύτερος θαυμαστής της γοητευτικής Ελληνίδας, διατηρούσα τις επιφυλάξεις μου, ήταν τουλάχιστον ύποπτη. Και πράγματι, ο φίλος μου ήταν «φίλος μου». Απύθμενα κομπλεξικός, φθονερός και τελικά μισάνθρωπος, είχε τεράστιο πρόβλημα με τις επιτυχίες των άλλων, ιδιαιτέρως όταν οι «άλλοι» τύγχανε να διαθέτουν ξεχωριστές ικανότητες που τους καθιστούσε απρόσιτους και μακριά από τη δική του, μικρή και ασήμαντη «εμβέλεια».

Οσο οι σκέψεις αυτές περνούσαν αστραπιαία από το μυαλό μου, άρχισα πάλι να διστάζω να αξιοποιήσω τη μοναδική ευκαιρία. Και επειδή τα φανάρια της τροχαίας δεν ρυθμίστηκαν για να μένουν για πάντα κόκκινα, το πράσινο άναψε και έφυγα μπροστά, πετώντας στα σκουπίδια τη… μεταφυσική δυνατότητα που μου δόθηκε. Το μαύρο Peuzeot και ο «θηλυκός θησαυρός» που βρισκόταν στο τιμόνι του έκαναν φτερά, μαζί με τις τελευταίες μου ελπίδες ότι αυτή η υπόθεση θα μπορούσε, πηγαίνοντας κόντρα στη λογική και στον νόμο των πιθανοτήτων, να έχει αίσιο τέλος…

Φθάνοντας στο φθινόπωρο του 2000, η περίπτωση της διάσημης ελληνίδας ηθοποιού ατόνησε. Αργά αλλά σταθερά, βοηθούντος και το χρόνου, ο βαθύς και πληγωμένος έρωτάς μου ξεφούσκωσε. Η «επώνυμη» Ελληνίδα που με γοήτευσε έγινε με τα χρόνια το πλέον αναγνωρίσιμο πρόσωπο στον χώρο της υποκριτικής με δεκάδες χιλιάδες θαυμαστές και την ώρα που εγώ ανέβαινα τον δικό μου επαγγελματικό Γολγοθά, εκείνη απολάμβανε τα προνόμια της καταξίωσης και της διάκρισης με πρωτοσέλιδα γυαλιστερών περιοδικών, μακροσκελείς συνεντεύξεις, τηλεοπτικές παρουσιάσεις, βροχή προτάσεων για το θέατρο και τον κινηματογράφο αλλά και τις αρνητικές συνέπειες όπως το ανελέητο κυνήγι των παπαράτσι…

Εν έτει 2003 κυκλοφορούσαν ήδη τα πρώτα φύλλα της τοπικής εφημερίδας που είχα με μεράκι δημιουργήσει. Είχα καθιερώσει κάθε μήνα τη συνέντευξη ενός γνωστού έλληνα ηθοποιού και τα Χριστούγεννα του 2003 αναζητούσα κάποιο λαμπερό πρόσωπο για να «στολίσει» ένα εορταστικό τεύχος. Τη θυμήθηκα. Πήγα με την πρώην γυναίκα μου στο καμαρίνι της και της ζητήσαμε να μας δώσει την πολυπόθητη συνέντευξη. Μνημονεύω τα λόγια μου: «Ξέρεις, …, θα βγάλουμε ένα λαμπερό φύλλο και αναζητούμε ένα λαμπερό πρόσωπο…». Μου χαμογέλασε με νόημα, ενθυμούμενη ίσως τον προ τριών ετών φανατικότερο θαυμαστή της. Κι ενώ η γυναίκα μου είχε αποχωρήσει, χωρίς τρακ πλέον, μετά το πέρας της παράστασης, την επισκέφθηκα ξανά και της είπα αποφασιστικά, αφού πλέον δεν σκόνταφτα στην αμηχανία και στον δισταγμό του τρελά ερωτευμένου: «Δεν φεύγω από το καμαρίνι αν δεν μου υποσχεθείς πως θα μου δώσεις συνέντευξη!» Η απάντηση που πήρα ίσως και να αποτελούσε μια ηθική δικαίωση για τον εξάμηνο αδυσώπητο και σκληρό αγώνα μου να την κατακτήσω: «Τι κάνεις την Κυριακή το απόγευμα;». Πριν τρία χρόνια θα είχα λιποθυμήσει…

Η ερώτησή της στο καμαρίνι έγινε Παρασκευή. Δυο μέρες δεν κατέβαινε τίποτα κάτω και πρέπει να έχασα δυο-τρία κιλά! Στη διάρκεια της συνέντευξης δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε προσηνής και ευπροσήγορη, αλλά περνώντας η ώρα ανοίχτηκε, ανταλλάξαμε ατάκες, αστειευθήκαμε, μου δήλωσε ότι θέλει να κατέβει για… δήμαρχος, με ρώτησε για την πόλη μου, μου έκανε πλάκα, γελάσαμε και η απογευματινή παράστασή της κόντευε πλέον να ξεκινήσει.

Οταν πια έφθασε η ώρα να αποχωρήσω, τη φίλησα σταυρωτά, της ευχήθηκα καλή συνέχεια και προχώρησα προς την έξοδο του θεάτρου μαζί με τον (φωτογράφο) φίλο μου. Τα λόγια της τα αποτύπωσα σε ένα ψηφιακό, δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι αλλά κάπου παρέπεσαν όταν μετακόμισα. Κι έτσι απ’ αυτή την απίστευτη ιστορία έμεινε στη θύμησή μου το ταξίδι. Και κάποτε αναρωτήθηκα: Μήπως γι’ αυτό και μόνο κατέβαλα όλη αυτή την κοπιαστική προσπάθεια;

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ