Χάδια που παρασέρνουν σαν ωκεανών κύματα
στο διάβα τους τα κοχύλια,
υποσχέσεις βαριές σαν τσεκούρι σε άμοιρο ξερό δέντρο,
ανάσες σα λίβας σε ξερά χόρτα το καλοκαίρι,
όλα τα δέχτηκαν τα χείλια μου,
μα τίποτε ποτέ δεν κατάφερε να κάνει το Σ’ αγαπώ
να βγει απ’ την κρυψώνα
του να σκαρφαλώσει ως πάνω τους και να φανερωθεί .
Ώσπου ένα βράδυ ήρθε ένα φιλί απαλό απ’ τα χείλη σου,
ένα φιλί χωρίς έπαρση και σιγουριά,
γεμάτο ανασφάλεια και φόβους,
ένα φιλί που φορούσε την αλήθεια κατάσαρκα
και είχε την αγάπη στο χέρι σαν βέρα,
πήγε και κάθισε στην άκρη των χειλιών μου
κι έκλαιγε που κανείς ως τότε δεν του είχε δώσει σημασία.
Και έγινε το θαύμα!
Το φοβισμένο ‘Σ’ αγαπώ’ βγήκε αυθόρμητα
απ’ το πηγάδι του λαιμού μου
κι ανέβηκε πρόθυμο ως τα χείλια,
διαλάλησε την ύπαρξή του
κι αγκάλιασε το φιλί σου,
το έστερξε, το πλημμύρισε,
του δόθηκε, το λάτρεψε, του αφιερώθηκε,
γιατί αυτό ήταν που περίμενε τόσα χρόνια,
ένα ντροπαλό, αφτιασίδωτο, ανεπιτήδευτο φιλί
στις άκρες των χειλιών μου.
Ένα τρυφερό φιλί μπορεί σεισμό να φέρει…

ΛΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας