Ο νιος που μίσεψε γυρίζει απ’ το Μισσίρι
και φέρνει στόφες και λαχούρια και βλατιά.
Ηρθε με το Κασιώτικο το τρεχαντήρι.
Πρυμνιό τον έσπρωχνε το κύμα του νοτιά –
και πλέει κι αράζει με λαχτάρα περισσή
στο πατρικό του μυριοπόθητο νησί.

Και στο γιαλό του λιμανιού ξετρέχουν όλες :
Παρθένες, χήρες, παντρεμένες, λυγερές,
Χαμοβλεπούσες, μπιρμπιλόματες, μαριόλες.
Μαχαίρια δίκοπα οι ματιές οι λαγγερές,
Κι ανάμεσό τους μια ξανθιά, ξανθιά και ρούσα :
« – Πόσον καιρό, πραματευτή σε καρτερούσα!

Χρόνια που μίσεψες, και πώς να σε προσμένω;
Στεφανωτή με δώκαν σ’ άλλην αγκαλιά…
Ξενιτευτή… ξενιτευτή… Κι είναι γραμμένο:
Τα μάτια που δε βλέπονται ξεχνιούνται πλια…
Και τώρα ξάπλωσ’ την πραμάτια σου, εδώ μπρος μου,
πλερώνω ό, τι κι αν θες με τα φλουριά τ’ αντρός μου!»

« – Εγώ φλουριά και ντούπιες έχω στο κεμέρι
κι έχω δισάκια ασήκωτα με κολωνάτα.
Εγώ το λόγο εκράτησα να γίνω ταίρι
με την παιδούλα πούξερα, τη μπλαβομάτα.
Κι ήρθα ν’ απλώσω όλα τα πλούτη στον οντά της
για τα όσα μούταξε μικρή να βρω κοντά της.

Εχω μετάξια από της Προύσας το παζάρι.
Της Θράκης το ροδόσταμο που σ’ ανασταίνει.
Εχω μπριλάντια, έχω σωρούς μαργαριτάρι,
γιορντάνια από της Πόλης μας το μπεζεστένι.
Εχω, κυρά, κι ένα μαχαίρι δαμασκί,
την πάσαν άπιστη καρδιά στα δυο να σκει.

Μα εσύ, κοράλια έχεις στα χείλη σου, κυρά.
Πούλιες στα μάτια, σ’ ουρανιά στόφα απ’ ατλάζι.
Και μαργαριταρένια έχεις διπλή σειρά
στο γέλιο σου που σκάει, που καίει και που με σφάζει.
Μόνο ρουμπίνι που δεν έχεις, χάρισμά σου!
Πάρε κι αυτό, για να στολίσεις τα λαιμά σου!»

Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ – ΛΑΥΡΑΣ