Μετά την προσχώρηση του Σάββα Φωκιανού στον τουρκικό στρατό, ο Υψηλάντης υποχώρησε προς το Ρέμτσικο, με τα υπολείμματα του στρατού του. Οταν πληροφορήθηκε ότι οι τουρκικές δυνάμεις προχωρούν προς τα αυστριακά σύνορα, για να αποκλείσουν την διαφυγή των Ελλήνων, έστειλε τον αδελφό του Νικόλαο, τον Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Βασίλη Καραβιά να κυκλώσουν το Δραγατσάνι, χωρίς να συγκρουσθούν με τους Τούρκους.

Στις 7 Ιουνίου ο πάντα βιαστικός Καραβιάς, παρά τις διαταγές του Υψηλάντη και άλλων οπλαρχηγών, χτύπησε μια μικρή μονάδα Τούρκων. Τότε, αναγκάστηκε να λάβει μέρος και ο Νικόλαος Υψηλάντης με τον Ιερό Λόχο και το μικρό πυροβολικό του.

Ο τουρκικός στρατός του Δραγατσανίου, φοβούμενος γενική επίθεση των Ελλήνων, άρχισε να υποχωρεί, αλλά κατέφθασαν 1.500 Τούρκοι και χτύπησαν μαζί τους Ελληνες.

Ο Καραβιάς βιάστηκε να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας τον Νικόλαο Υψηλάντη και τους Ιερολοχίτες, που δέχτηκαν όλη την πίεση των εχθρικών δυνάμεων. Οταν προστέθηκαν και οι Τούρκοι που ήταν στρατοπεδευμένοι στο μοναστήρι, ακολούθησε σκληρή μάχη, όπου το τουρκικό ιππικό θέρισε τα τρυφερά βλαστάρια της ελληνικής νεολαίας.

Μόλις αντιλήφθηκε το δράμα αυτό, ο Γιωργάκης Ολύμπιος όρμησε στη μάχη με τους στρατιώτες του, κρατώντας τη σημαία του Ιερού Λόχου. Με την επέμβαση του ηρωικού οπλαρχηγού σώθηκαν μερικοί άνδρες του Ιερού Λόχου. Διακόσιοι ιερολοχίτες σκοτώθηκαν και αρκετοί αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους και κατακρεουργήθηκαν. Σαν συνέπεια της καταστροφής του Δραγατσανίου, άρχισε η διάλυση των ελληνικών μονάδων.

Στον Υψηλάντη δεν απέμεινε πλέον άλλο παρά να κατέβει στην Ελλάδα, όπου η επανάσταση είχε φουντώσει. Με την υποστήριξη του Ολύμπιου έφτασε στη μονή της Κόζιας στα αυστριακά σύνορα. Από εκεί έστειλε τον υπασπιστή του Γ. Λασσάνη στον φρούραρχο της περιοχής να ζητήσει άδεια εισόδου στην Αυστρία, που του δόθηκε σε λίγες μέρες.

Μετά την αποχώρηση του Υψηλάντη, μικρό μέρος του στρατού του υπό τον Θανάση Καρπενησιώτη, κατόρθωσε να οχυρωθεί στο Σκουλένι, στην όχθη του Προύθου. Εκεί όμως, στις 17 Ιουνίου, τους πολιόρκησε ο Κεχαγιάμπεης με 2.000 πεζούς, 4.000 ιππείς και έξι κανόνια. Ακολούθησε σκληρή μάχη, στην οποία οι Ελληνες πολέμησαν τόσο γενναία, ώστε οι Ρώσοι που παρακολουθούσαν από μακριά τη μάχη, ξεφώνισαν με θαυμασμό:

«Αν ο Υψηλάντης είχε 10.000 άντρες τόσο γενναίους, θα μπορούσε να νικήσει 40.000 Τούρκους».

Ο Καρπενησιώτης, σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης, πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, μ’ όλο που ήταν κατατρυπημένος από βόλια και σπαθιά. Οταν εξάντλησε τα πυρομαχικά του , ρίχτηκε με το γιαταγάνι του στις τουρκικές γραμμές όπου και βρήκε ηρωικό θάνατο.

Μετά την τραγική έκβαση της μάχης του Σκουλενίου, σταμάτησε κάθε επαναστατική κίνηση στις ηγεμονίες. Στη Βλαχία μονάχα βρισκόταν ο Γ. Ολύμπιος και ο Γ. Φαρμάκης με μόνο οκτακόσιους άντρες. Γι αυτό, οι δύο αρχηγοί με τους άντρες τους πέρασαν στη Βεσσαραβία για να κατεβούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Εκεί όμως προδόθηκαν στους Τούρκους και αναγκάστηκαν να κλειστούν στο οχυρό μοναστήρι του Σέκου. Εκεί, στις 5 Σεπτεμβρίου δέχτηκαν επίθεση από ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Ο Φαρμάκης οχυρώθηκε στο κτήριο της μονής, ενώ ο Ολύμπιος με έντεκα παλικάρια ανέβηκε στο καμπαναριό και από κει πυροβολούσαν τους Τούρκους, προξενώντας τους σημαντικές απώλειες. Σε λίγο όμως οι εχθροί κατόρθωσαν να καταλάβουν τον περίβολο της μονής και άρχισαν να ανεβαίνουν στο καμπαναριό. Τότε, ο ηρωικός Ολύμπιος τράβηξε τις πιστόλες του και τις άδειασε σ’ ένα βαρέλι γεμάτο μπαρούτη. Το καμπαναριό γκρεμίστηκε με τρομακτικό κρότο και ο Μακεδόνας ήρωας θάφτηκε στα συντρίμμια μαζί με τους διώκτες του.

Ο Φαρμάκης, μετά το τραγικό τέλος του συντρόφου του, συνθηκολόγησε με τους Τούρκους, που του υποσχέθηκαν τη ζωή και την ελευθερία τη δική του και των αντρών του. Οταν όμως παρέδωσαν τα όπλα, τους έσφαξαν επί τόπου. Τον Φαρμάκη και τους άλλους αρχηγούς, τους έστειλαν στην Πόλη, όπου τους αποκεφάλισαν, μετά από φρικτά βασανιστήρια.

Τελικά, από τα επαναστατικά σώματα των παραδουνάβιων ηγεμονιών, σώθηκαν μόνο τριακόσιοι Μοραΐτες και Επτανήσιοι, οι οποίοι με αρχηγό τον Γιάννη Κολοκοτρώνη, διέσχισαν όλη τη Βαλκανική και έφτασαν στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1821 στο Μοριά, όπου πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, από το μοναστήρι της Κόζιας, είχε ζητήσει άδεια να περάσει τα σύνορα της Αυστρίας και του είχε δοθεί, μαζί με διαβεβαιώσεις ότι θα είναι ασφαλείς εκείνος και οι σύντροφοί του. Αλλά όταν έφθασε στο Τεμεσβάρ, πήρε εντολή να σταματήσει. Οι έντονες διαμαρτυρίες του δεν έφεραν αποτέλεσμα και ο ίδιος απομονώθηκε από την ακολουθία του και οδηγήθηκε στο Μούγκατς, σαν κοινός βαρυποινίτης, όπου κλείστηκε σε ένα υγρό και ανήλιο κελί.

Η Αυστρία, καθοδηγούμενη από την ανθελληνική πολιτική του Μέττερνιχ, του είχε στήσει παγίδα. Ο Υψηλάντης, είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τον Μέττερνιχ, όπως ο Ρήγας.

Από τη Ρωσία, στην οποία τόσες υπηρεσίες είχε προσφέρει αυτός και η οικογένειά του, δεν εκδηλώθηκε η παραμικρή διαμαρτυρία. Χρειάστηκε να περάσουν έξι ολόκληρα χρόνια, να ατονίσει η παντοδυναμία του Μέττερνιχ, να ανεβεί στο ρωσικό θρόνο ο Νικόλαος, και στον γαλλικό ο Κάρολος ο Ι’, να γίνει πρωθυπουργός Αγγλίας ο Κάνιγγ, για να αποφασιστεί η αποφυλάκισή του. Αλλά ήταν αργά πια. Οι κακουχίες, οι στερήσεις της τραγικής αυτής εξαετίας, είχαν φέρει τον Υψηλάντη στο χείλος του τάφου.

Στις 19 Ιανουαρίου 1828, έστειλε τον Λασσάνη να του φέρει τις ευρωπαϊκές εφημερίδες και τον ρώτησε:

-Τι νέα από τον αγώνα της πατρίδας μας;

-Πολύ ευχάριστα, Υψηλότατε. Ο Καποδίστριας έφτασε στη Μάλτα, και από κει θα πάει στην Ελλάδα, για να αναλάβει την κυβέρνησή της.

Δάκρυα χαράς κύλισαν στο σκελετωμένο πρόσωπο του Υψηλάντη.

-Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού, ψιθύρισε, κάνοντας τον σταυρό του.

Υστερα, με βραχνή φωνή άρχισε να απαγγέλλει το «Πάτερ υμών». Δεν πρόφθασε να το τελειώσει και άφησε την τελευταία του πνοή.

Μόλις έκλεινε τα τριανταπέντε του χρόνια!

Κηδεύτηκε με στολή Ιερολοχίτη και το σεπτό του σκήνωμα σκεπάστηκε με την Ελληνική Σημαία. Οι Ελληνες της Βιέννης, με μάτια βουρκωμένα, συνόδευσαν τον ένδοξο νεκρό στη στερνή του κατοικία και του έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό.

(Πηγή: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ ΣΑΡΑΑΝΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ, Γ. Α. Μαραβελέα, Εκδ. ΔΕΚ/ΓΕΣ)