Την πρωταντίκρισα ένα ζεστό αυγουστιάτικο μεσημέρι σε πισίνα γνωστού τένις κλαμπ των βορείων προαστίων. Για να είμαι ακριβής είδα ένα γυναικείο κεφάλι που προεξείχε από το νερό. Την τριμελή παρέα που απολάμβανε τις χορταστικές μπριζόλες που συνοδεύονταν από εντυπωσιακά γκουρμέ πιάτα με λαχανικά που περιχυμένα από σάλτσες με εξωτικά ονόματα ίσα που διακρίνονταν μέσα στη λευκή πορσελάνη, συμπλήρωναν δυο παντρεμένοι. Φάτε μάτια ψάρια για τους δύο φίλους αλλά εγώ, που είχα χωρίσει σχεδόν έναν χρόνο, διατηρούσα το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέξω τον πιο θελκτικό στόχο ανάμεσα στην πληθώρα εκπροσώπων του ωραίου φύλου και να διαλέξω την πιο άξια να φέρει αυτόν τον τίτλο…

Η κοπέλα, γύρω στα τριάντα, ανέβηκε βιαστικά τα σκαλιά της πισίνας και πρόλαβα να διαπιστώσω ότι διέθετε ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο και ένα μάλλον αδύνατο σώμα. Τα βλέμματα της τριμελούς αντροπαρέας συντονίστηκαν. Αλλά κάτω από το φως του αποκαλυπτικού ήλιου παρατηρήσαμε ταυτόχρονα τη δερματική πάθηση που είχε καταλάβει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της. Το συμπαθητικό κορίτσι είχε λεύκη…

Ο βενιαμίν της παρέας απέστρεψε αμέσως το πρόσωπό του. Ο μεγαλύτερος πάλι έκανε ένα σύντομο απαξιωτικό σχόλιο πριν αναζητήσει αλλού τη γυναικεία ομορφιά: «Μπα, αυτή έχει απαίσιο δέρμα σαν χάρτη…» είπε αδιάφορα και με εμφανή αποστροφή. Μονάχα εγώ έμεινα να παρατηρώ την-κατά τα άλλα-ελκυστική κοπέλα με το σπινθηροβόλο βλέμμα και την αινιγματική ματιά.

Το κορίτσι με τη λεύκη προχώρησε με σιγουριά στην μπλε ξαπλώστρα της, τύλιξε προσεκτικά το σώμα της με μια πολύχρωμη πετσέτα και βημάτισε με σταθερά βήματα προς τα ενδότερα του εστιατορίου.

Την ώρα που οι φίλοι μου συνέχιζαν τη σαχλή ενασχόληση με τη… συνολική (πρόσωπο-σώμα) βαθμολογία των υπολοίπων γυναικών, ένα, σας  διαβεβαιώ, δημοφιλέστατο παιχνίδι μεταξύ των ανδρών, εγώ παρέμενα αμέτοχος, σκεπτόμενος την κοπέλα που δευτερόλεπτα πριν είχε απομακρυνθεί από το οπτικό μας πεδίο.

Και τότε βυθίστηκα σε μια μελαγχολία. Θυμόμουν από τη μια μεριά τη γραφικότητα της πλειοψηφίας των φίλων μου, που παθαίνουν κρίσεις πανικού αντικρίζοντας στο μαξιλάρι τους δέκα τρίχες ή ανακαλύπτοντας στην… ειλικρινή ζυγαριά τους ότι πήραν ένα κιλό. Και αντιπαρέθεσα τα συναισθήματα της κοπέλας όταν παρατηρεί στον αδιάψευστο μάρτυρα καθρέφτη το είδωλό της να χάνει μέρα με τη μέρα τη γοητεία του, εξαιτίας μιας όχι σοβαρής για την υγεία αλλά σίγουρα εφιαλτικής για την ψυχοσύνθεσή της δερματική πάθηση. Αναλογιζόμουν τα περιπαικτικά σχόλια των ανδρών, τις πικρόχολες αντιδράσεις τους, ίσως ακόμη και τα ανόητα χαχανητά των πιο αναίσθητων για το «αποκρουστικό» θέαμα. Γιατί στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της εικόνας, με τα διάφορα lifestyle περιοδικά να κρίνουν αυστηρά τους ανθρώπους μονάχα από την εξωτερική τους εμφάνιση, η αθώα λεύκη θα αποτελούσε ένα θανάσιμο χτύπημα στην αυτοπεποίθηση κάθε γυναίκας. Η αδιάκοπη προβολή αψεγάδιαστων παραδειγμάτων, με άνδρες με πυκνό ίσιο μαλλί και γραμμωμένους κοιλιακούς και ελκυστικές γυναίκες με ιδανικές αναλογίες και πρόσωπα-μπάρμπι, με σέξι τζιν σορτσάκια και κοντές φούστες που άφηναν ακάλυπτα προκλητικά εσώρουχα, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε τραυματική ψυχική εμπειρία για κάθε άνθρωπο που απομακρυνόταν αναγκαστικά από αυτά τα αυστηρά οριοθετημένα πρότυπα.

Οι κούκλες με τα καλοδουλεμένα στα γυμναστήρια σώματα και με τα εντυπωσιακά μαγιό έκαναν παρέλαση μπροστά μου. Δεν σήκωσα καν το κεφάλι. Δεν είχα στεναχωρηθεί για τα πιθανά ψυχολογικά προβλήματα του άτυχου κοριτσιού. Αλλά για τον οίκτο που ένιωθα για κείνη. Δεν της ταίριαζε αυτός ο οίκτος. Μάλλον έπρεπε να επιστραφεί σ’ εμάς που αφήσαμε την κοινωνία να γίνει τόσο ελάχιστα ανεκτική απέναντι στους ανθρώπους που μπορεί να μην μοιάζουν στα χαμογελαστά πρόσωπα των λαμπερών εξωφύλλων. Ηθελα να ζητήσω συγνώμη από την κοπέλα με τη λεύκη. Οχι για την απαξιωτική συμπεριφορά των φίλων μου. Αλλά γιατί δεν αντιδράσαμε εγκαίρως όταν μας επέβαλαν να ζήσουμε σε έναν τόσο σάπιο κόσμο, βυθισμένο στο ηθικό τέλμα, που απορρίπτει με συνοπτικές διαδικασίες το διαφορετικό. Που άσπλαχνα καταδικάζει αξιόλογους ανθρώπους στην περιφρόνηση και στην απομόνωση. Που μας οδηγεί στην επώδυνη ασφυξία τού να μοιάζουμε. Και να ακολουθούμε άδικους και απαράβατους κανόνες αγνοώντας τον Αριστοτέλη που σοφά μας συμβούλευσε: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων». Αλλά στο σημερινό χωνευτήρι της τηλεοπτικής μας αποχαύνωσης ούτε εσένα, σοφέ διδάσκαλε, θα είχαμε ανακαλύψει…

 

Ρένος Μπαλής