Διήγημα

Η ιδέα να μετατρέψουν το υπόγειο της γιαγιάς Ζηνοβίας σε κουτούκι φάνηκε καταπληκτική σε όλους-κατά βάθος. Ενιωθαν όμως ότι έπρεπε να διαμαρτυρηθούν-τουλάχιστον για τους τύπους. Και τι δεν είπαν τα παιδιά της:

Σάκης: «θα βεβηλωθεί ο χώρος».

Πόπη: «Θα τρίζουν τα κόκκαλα της Ζηνοβίας».

Νίτσα: «Τι θα πει η γειτονιά;» κ.λπ. κ.λπ.

Τα εγγόνια της όμως το έβλεπαν αλλιώς:

Τασούλα: «Φοβερή ιδέα»,

Βάνα: «Επιτέλους θα βρούμε δουλειά όλοι οι άνεργοι της οικογένειας!»,

Χριστίνα: «Θα αξιοποιήσουμε όλοι τα ταλέντα μας. Μέχρι και ο κληρονόμος του υπογείου ο Σάκης θα παίρνει ενοίκιο!»,

Γρηγόρης: «Δεν ξέρω να κάνω τον σερβιτόρο»,

Κική: «Γιατί να μην τα τσεπώσουμε; Καταπληκτική ιδέα να το δουλέψετε!»

Ετσι οι μεγάλοι έπαψαν να κάνουν τις μυξοπαρθένες και άρχισαν να αγχώνονται γιατί τα παιδιά τους ζητούσαν πάλι από αυτούς να βγάλουν το φίδι από την τρύπα: η Πόπη, η Αννα και η Νίτσα να φτιάχνουν τις περίφημες πίτες βασισμένες στις συνταγές της Ζηνοβίας από τη Μικρά Ασία (σπανακόπιτες, τηγανιτές τυρόπιτες, κολοκυθόπιτες, κιμαδόπιτες), ο Στάθης να βάλει μούστο σε βαρέλια για διαφόρων τύπων κρασιά και ο Ντίνος να είναι η κεφαλή της «Σάλας» μια και ήξερε τη δουλειά από παλιά. Η Χριστίνα θα κρατούσε τα οικονομικά και θα επέβλεπε το καλλιτεχνικό μέρος με την Τασούλα: θα έφτιαχναν τα μενού, τις επιγραφές, τη διακόσμηση δηλαδή, πίνακες, τραπεζομάντηλα, λουλούδια στα τραπέζια κ.λπ. Η Τόνια θα αναλάμβανε την προβολή σε διάφορα sites στο ίντερνετ και θα περνούσε τις παραγγελίες στον υπολογιστή. Η Βάνα θα εύρισκε ιστορικά στοιχεία της Μικρασιατικής κουζίνας που θα γράφονταν στα μενού και θα σερβίριζε μαζί με τον Γρηγόρη που θα είχε και καθήκοντα ηλεκτρολόγου-φωτιστή. Η Μαρία θα ήταν υγειονομικώς υπεύθυνη ως Τεχνολόγος Τροφίμων και ο αδερφός της ο Γιώργος Γενικός Συντηρητής ενώ παράλληλα θα σερβίριζαν. Η Κλαίρη με τον Σάκη θα αναλάμβαναν να εξηγούν με «καλό τρόπο» σε όσους αρνούνταν να πληρώσουν τον λογαριασμό πόσο άσχημο είναι αυτό. Ο Σάκης θα αναλάμβανε την ανάκριση και η Κλαίρη το ξύλο. Το έργο τους θα βοηθούσε και η Λίντα με την απαίσια σκυλίσια εμφάνισή της. Η Τασούλα θα καλωσόριζε τους πελάτες και θα τους οδηγούσε στο τραπέζι τους. Ο Αρης προσφέρθηκε να γίνει ο προμηθευτής επώνυμων εμφιαλωμένων κρασιών και η Κορίνα θα βοηθούσε όπου χρειαζόταν. Το θέμα ήταν να κάνουν το μαγαζί να λειτουργήσει με το ελάχιστο δυνατό κόστος και την καλύτερη δυνατή ποιότητα και διαφήμιση. Και να μη μαλώσουν βέβαια μεταξύ τους…

Το πολυπόθητο βράδυ των εγκαινίων ήρθε. Ο Χρηστάκης είχε σκουπίσει την αυλή και τα πεζοδρόμια και είχε ποτίσει τα δένδρα. Στο πεζοδρόμιο υπήρχαν τραπέζια με σπανακόπιτες και τυρόπιτες συν δύο ειδών κρασιά βαρελίσια. Οι προσκεκλημένοι και οι διερχόμενοι μαζί με το κέρασμα έπαιρναν καταλόγους με τα προσφερόμενα στο μαγαζί εδέσματα.

Μια ψησταριά στη βεράντα ήταν γεμάτη κρέατα και ψάρια, το ψήσιμο των οποίων επιμελείτο ο Στάθης και των οποίων οι μυρωδιές έσπαζαν τη μύτη όλων σε ακτίνα 30 μέτρων.

Οι πρώτες 2-3 παρέες κατέβηκαν τα σκαλάκια λίγο μετά τις 9 το βράδυ και κάθισαν στα τραπέζια όπου τους οδήγησε η Τασούλα φορώντας ένα καυτό μίνι, εντυπωσιακή όπως πάντα. Εδωσαν παραγγελία και άρχισαν να περιεργάζονται τον χώρο. Στην κουζίνα η Νίτσα με την Αννα άρχισαν να ετοιμάζουν τις σαλάτες και τα ορεκτικά, η δε Βάνα να κόβει ψωμί για να το πάει στα τραπέζια με τα κουβέρ. Εκείνη την ώρα έκανε την εμφάνισή της η Τόνια με τον Ανδρέα και η Νίτσα τσιρίζοντας από τη χαρά της παράτησε τη δουλειά τρέχοντας να τους προϋπαντήσει. Ο Αρης, που επέμενε να τροφοδοτήσει την επιχείρηση με επώνυμα εμφιαλωμένα κρασιά ονομασίας προέλευσης ανωτέρας ποιότητας, ήταν άφαντος. Και τα κρασιά επίσης. Η Αννα διπλασίασε τις προσπάθειές της τώρα που έμεινε μόνη στην κουζίνα αλλά τότε κατέβηκε την εσωτερική σκάλα η Κική φωνάζοντάς της ότι πεινάει και ότι επειδή είναι έγκυος πρέπει να φάει αμέσως ό,τι της μυρίζει αλλιώς θα αποβάλει. Επεσε λοιπόν με τα μούτρα στα ορεκτικά και τις σαλάτες που είχε μόλις τελειώσει η μάνα της και κείνη χωρίς να διαμαρτυρηθεί άρχισε να φτιάχνει άλλα από την αρχή. Εν τω μεταξύ ο σύζυγός της ο Στάθης που θα έψηνε τα κυρίως πιάτα στη σχάρα, χαρούμενος λόγω της ημέρας, τα είχε ήδη κοπανίσει και τα ψητά καρβούνιαζαν όσο αυτός παινευόταν στους γείτονες.

Η Τασούλα κρύφτηκε στην κουζίνα γιατί οι πελάτες της έκαναν άσεμνες προτάσεις και άρχισε να τσακώνεται με τη Χριστίνα που εκείνη την προέτρεψε να φορέσει το μίνι. Εκείνη της απάντησε ότι αφού έτσι ντύνεται και από μόνη της και στο τέλος η Τασούλα την αποκάλεσε «τσατσά». Εν τω μεταξύ δεν ήθελε να ετοιμάσει και κανένα πιάτο γιατί «αυτή δεν ήταν δουλειά του επιπέδου της». Η Χριστίνα την είπε ψωνάρα και ο καυγάς αναζωπυρώθηκε.

Οι πελάτες άρχισαν να εκνευρίζονται. Στο τέλος τούς έφεραν ό,τι είχαν έτοιμο, δηλαδή πίτες και μουσακά και όχι αυτά που είχαν παραγγείλει. Οταν άρχισαν να φωνάζουν, βγήκε η Χριστίνα και τους είπε ότι είναι όλα κερασμένα από το κατάστημα και έτσι το βούλωσαν επιτέλους.

Στην κουζίνα όμως ξέσπασε τρικούβερτος καυγάς μεταξύ όλων γιατί κανένας δεν είχε κάνει τη δουλειά του, γιατί οι άλλοι δεν βοηθούσαν και γιατί τέλος δεν θα έκαναν είσπραξη μετά από τόσο χρόνο, κόπο και έξοδα ώσπου να ανοίξει το μαγαζί. Κανείς δεν πρόσεξε τον Σάκη που μπήκε στη σάλα και άρχισε να περιφέρεται από τραπέζι σε τραπέζι και να ρωτάει διάφορα τους πελάτες κάνοντάς τους να δυσφορούν.

Ωσπου να τελειώσει ο καυγάς, η σάλα είχε αδειάσει.

Το 2ο βράδυ ήταν όλοι αποφασισμένοι να φερθούν αυστηρά επαγγελματικά για να μην επαναληφθούν τα φαινόμενα της προηγουμένης. Η Λένα έφτιαξε επιπλέον του κανονικού μενού την περίφημη κοτόπιτά της. Δεν φάνηκε πελάτης όμως ούτε για δείγμα. Κατά τις 11, ένωσαν 4 τραπέζια και κάθισαν να φάνε και να πιούνε οικογενειακώς. Ηρθαν στο τσακίρ κέφι, χόρεψαν και ο καθένας ανέπτυξε τη δική του επιχειρηματική θεωρία για το τΙ πρέπει να κάνουν για να πετύχει το μαγαζί. Τουλάχιστον δεν τσακώθηκαν…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Μ.Χ.Αναγνωστοπούλου